<?xml version="1.0" encoding="utf-8"?>
<feed xmlns="http://www.w3.org/2005/Atom">
        <id>urn:www-lasithiblogs-gr:feeds:atom</id>
	<title>Lasithi Blogs &#187; All in one</title>
	<subtitle>Lasithi Blogs &#187; All in one</subtitle>      
        <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.lasithiblogs.gr/" />
        <link rel="self" type="text/xml" href="http://www.lasithiblogs.gr/?media=atom"/>
        <updated>2010-09-10T23:15:12-04:00</updated>
	<entry>
		<id>http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2010/06/28/%ce%97_%ce%b1%cf%85%cf%84%ce%bf%ce%b2%ce%b9%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%b1_%ce%b5%ce%bd%cf%8c%cf%82_%cf%80%ce%bb%ce%b7%cf%81%cf%89%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%85_%cf%86%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ac_%ce%9d%ce%bf.6</id>
		<author><name>Neptunus</name></author>
		<title>All in one: Η αυτοβιογραφία ενός πληρωμένου φονιά Νο.6</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2010/06/28/%ce%97_%ce%b1%cf%85%cf%84%ce%bf%ce%b2%ce%b9%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%b1_%ce%b5%ce%bd%cf%8c%cf%82_%cf%80%ce%bb%ce%b7%cf%81%cf%89%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%85_%cf%86%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ac_%ce%9d%ce%bf.6"/>		
		<updated>2010-06-28T18:01:00-04:00</updated>
		<published>2010-06-28T18:01:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	άρχισαν<br /><br /> <br />να τον βαράνε χωρίς αιτία. Τους είχε δώσει μέχρι και τα σώβρακα του, αλλά<br /><br /> <br />παρ' όλα αυτά οι αραπάδες του όρμησαν φωνάζοντας σαν παλαβοί, <br /> <br />ασπρουλιάρη, πουτάνας γιε, Μπήξε, Δείξε&gt;. Τελικά τον χτύπησαν στον σβέρκο<br /><br /> <br />με τον υποκόπανο μιας καραμπίνας και τον έστειλαν στο νοσοκομείο. 'Ο,τι<br /><br /> <br />έκαναν, το 'καναν έτσι για το κέφι τους, χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος.Ά<br /><br /> <br />-Όταν έμαθα τα καθέκαστα, έβγαλα σπιθουράκια απ' το κακό μου. Έπιασα δυο<br /><br /> <br />μαύρους που γνώριζα και τους έβαλα να διαδώσουν πως θα έβγαινα στην πιάτσα<br /><br /> <br />να πιω αίμα με το καλαμάκι. Τους είπα ότι μέχρι να μου παραδοθούν οι δυο μάγκες που στραπατσάρισαν το φίλο μου, όλοι οι μαύροι συμμορίτες της<br /><br /> <br />περιοχής, το καλύτερο που 'χαν να κάνουν ήταν να μείνουν κλειδωμένοι σπίτια<br /><br /> <br />τους. , τους είπα <br /> <br />από εσάς θα πάθουν χοντρές ζημιές και δε με νοιάζει ποιοι θα 'ναι οι τυχεροί. Όποιον πάρει ο χάρος&gt;. Περνάνε οι δυο μέρες και τίποτα. Τότε μπαίνω στο αμάξι μου, πάω κάπου και κάνω τα δικά μου. Σπάω μερικά πόδια, ανοίγω καμπόσες κουμπότρυπες, βάζω στο σημάδι μερικά αυτιά και γενικά απ' όπου περνάω είναι σαν να πέρασε μπουλντόζα!! Την άλλη μέρα χτυπάει το τηλέφωνο και κάποιος μου δίνει τηλέφωνα και διευθύνσεις. Δεν είχα ιδιαίτερη διάθεση να πιάσω κουβεντούλα μαζί τους, γι' αυτό τον πρώτο που μου άνοιξε την πόρτα του την έφερα στο δοξαπατρί μ' ένα ραβδί του μπέιζμπολ. Ο άλλος που είδε τη σκηνή την κοπάνησε από το παράθυρο. Κατάφερε να ξεφύγει. Αλλά εκείνος που έπιασα πραγματικά υπέφερε. Του 'σπασα το χέρι, το πόδι και μερικά δάχτυλα. Μετά του φύτεψα από μια σφαίρα στον κάθε ώμο, έτσι για γούρι, και του 'χωσα μια με το ραβδί στα γεννητικά όργανα, σαν αποχαιρετιστήριο δώρο. Δε νομίζω πως ήταν σε θέση να ακούσει αυτά που του φώναζα, αλλά όταν βγήκε από το νοσοκομείο ύστερα από 5 μήνες σίγουρα θα κατάλαβε τι ακριβώς είχε πάθει. Υποθέτω πως μ' αυτό που του 'κανα, θα 'χασα τον τίτλο του επίτιμου μέλους της Ένωσης για την Προώθηση και  Κοινωνική Ανέλιξη των 'Εγχρώμων (NAACP)!!Ά<br /><br /> <br />-Το Οργανωμένο Εγκλημα σε εθνική κλίμακα, το συνδικάτο είτε η συμμορία, οι<br /><br /> <br />κακοποιοί, τα παιδιά ή όπως θες πες το, είναι πολύ χαλαρά οργανωμένο, όπως<br /><br /> <br />σου είπα και πιο πάνω. Κάθε περιφέρεια είναι διαιρεμένη σε καθορισμένες<br /><br /> <br />ζώνες και η κάθε μια από αυτές διευθύνεται από κάποιο αφεντικό. Δεν μπορείς<br /><br /> <br />να δουλέψεις στη ζώνη κάποιου άλλου, χωρίς την άδεια του αφεντικού. Ας<br /><br /> <br />πάρουμε παράδειγμα την περιοχή του Βόρειου Μπρονξ, που  βασικά<br /><br /> <br />από τη συμμορία του Καρμίνο Τραμούντι. Οι άνθρωποι που δουλεύουν σ' αυτή,<br /><br /> <br />οι τοκογλύφου, οι άλλοι που παίζουν τους , οι μπουκμέικερς<br /><br /> <br />(δη λ. αυτοί που δουλεύουν στα γραφεία στοιχημάτων), γενικά οποιαδήποτε<br /><br /> <br />παράνομη δραστηριότητα, εγκρίνεται και κατευθύνεται από αυτόν. Ο Καρμίνο<br /><br /> <br />έχει κάνει αυτήν την περιοχή τσιφλίκι του, που τα σύνορά του αρχίζουν από<br /><br /> <br />το βόρειο μέρος του Μπρονξ και τελειώνουν στο Γουίτσεστερ Κάουντι και<br /><br /> <br />νότια απλώνονται μέχρι το Πάρτσεστερ. Οποιοσδήποτε δουλεύει μέσα σ' αυτά<br /><br /> <br />τα γεωγραφικά όρια, έχει την άδεια και την προστασία του Καρμίνο Τραμούντι.<br /><br /> <br />Σαν αντάλλαγμα γι' αυτήν την παραχώρηση άδειας και προστασίας, ο ενδιαφερόμενος πληρώνει στην  του Καρμίνο ένα ποσοστό από το<br /><br /> <br />κάθε δολάριο που κερδίζει. Στη Νέα Υόρκη, υπάρχουν πέντε οικογένειες που<br /><br /> <br />ελέγχουν όλη την πόλη και τα περίχωρα.Ά<br /><br /> <br />-Στην ουσία δεν υπάρχει Διεθνής του Εγκλήματος, όπως  θέλουν ο κινηματογράφος και η τηλεόραση να πιστεύει ο κοσμάκης. Υπάρχει πάντως ένας<br /><br /> <br />βαθμός συνεργασίας ανάμεσα στις διάφορες ομάδες. Ας πάρουμε τα ναρκωτικά.<br /><br /> <br />Πρέπει από κάπου να τα προμηθευτούμε. Αρχικά το εμπόριο των ναρκωτικών<br /><br /> <br />βρισκόταν στα χέρια των Κορσικανών, όμως σήμερα το περισσότερο ?πράμα?<br /><br /> <br />έρχεται από τη Νότια Αμερική μέσω Ευρώπης και Ασίας. Υπάρχουν διεθνείς<br /><br /> <br />, αλλά δεν υπάρχει οργάνωση σε παγκόσμια κλίμακα με την αμερικάνικη σημασία της λέξης. Όσο για τη διείσδυση και εξάπλωση<br /><br /> <br />αμερικάνικων οργανώσεων σε άλλες χώρες, αυτό είναι παραμύθι! Εκείνο που μας βοήθησε να στήσουμε την οργάνωσή μας με επιτυχία είναι το ότι γνωρίζουμε το<br /><br /> <br />αμερικάνικο σύστημα και ξέρουμε πώς να κινηθούμε μέσα στα πλαίσιά του.<br /><br /> <br />Ξέρουμε πού σηκώνει να κάνουμε κάτι και πού όχι. Ξέρουμε πώς θα το κάνουμε<br /><br /> <br />και με ποιους. Οι άλλες χώρες έχουν εντελώς διαφορετικά συστήματα και θα<br /><br /> <br />ήταν αδύνατο να προσαρμοστούμε σ' αυτά.Ά<br /><br /> <br />-Μόνο μια χώρα της Δύσης μπορεί να παινευτεί σήμερα ότι δεν έχει Οργανωμένο<br /><br /> <br />'Εγκλημα κι αυ τή είναι η Αγγλία. Εγκληματικότητα υπάρχει και μάλιστα<br /><br /> <br />θεαματική, όπως ληστείες τραπεζών και τρένων, τέτοια πράγματα. Η χαρτοπαιξία είναι σβησμένη από τα κατάστιχα των κακοποιών μια και είναι νόμιμη. Το ίδιο συμβαίνει και με την πορνεία, που μπορεί μ εν να μην έχει νομιμοποιηθεί, πλην όμως κανένας δε σε πειράζει. Όσο για τα ναρκωτικά, τα κυβερνητικά μέτρα είναι τέτοια, ώστε δεν αφήνουν περιθώρια για κοντραμπάντο και κέρδη. Παράλληλα δεν μπορείς εύκολα να παίξεις τις κουμπάρες με την αγγλική νομοθεσία. Η συνοχή των αγγλικών νόμων δε σου επιτρέπει κάτι τέτοιο. Η νομοθεσία που ισχύει για το Λονδίνο, ισχύει και για το Μάντσεστερ -ο κάθε νόμος ισχύει για όλη τη χώρα. Τέλος εκεί πέρα, από τη μέρα που θα σε τσακώσουν μέχρι τη μέρα της δίκης σου, το πολύ να περάσουν 4 εβδομάδες. Με λίγα λόγια, καμιά οργανωμένη συμμορία δεν μπορεί να προκόψει στην Αγγλία!!Ά<br /><br /> <br />-Τώρα ρίξε μια ματιά στο χάρτη αυτής της χώρας. Σχεδόν όλες οι πολιτείες<br /><br /> <br />είναι χωρισμένες σε περιφέρειες όπως π.χ. το Βόρειο Μπρονξ, άλλες μικρότερες κι άλλες μεγαλύτερες, πλην όμως όλες οργανωμένες κατά τον ίδιο τρόπο. Κάποιος καταφέρνει να γίνει αφεντικό είτε γιατί είναι αρκετά έξυπνος είτε γιατί έχει τη δύναμη που χρειάζεται για να οργανώσει μια ομάδα ανθρώπων, που οι εφημερίδες αποκαλούν . Μια  αριθμεί από 30 μέλη μέχρι μερικές εκατοντάδες. Το αφεντικό μοιράζεται τη διοίκηση με ορισμένους επίλεκτους που παίζουν το ρόλο υπαρχηγών ή Buttonmen, όπως είναι γνωστοί στη γλώσσα μας. Να σου εξηγήσω τώρα ποιες είναι οι δουλειές που κάνει ένας υπαρχηγός. Βασικά είναι κάποιος που έχει επιφορτιστεί με τον έλεγχο μιας περιοχής - μερικά τετράγωνα ή μια γειτονιά- για λογαριασμό του αφεντικού. Έχει υπό τις διαταγές του γύρω στους 10 με 50 άντρες που δουλεύουν σε μια συγκεκριμένη περιφέρεια. Ο υπαρχηγός είναι υπεύθυνος για την τήρηση της τάξης στην περιοχή του και για την είσπραξη του χαρατσιού από αυτούς που δουλεύουν υπό την προστασία της . Όλα τα κέρδη που μαζεύει από τον  του, τα μοιράζεται μισά-μισά με το αφεντικό, αφού όμως πρώτα πληρώσει τους ανθρώπους του. Σ' αυτά τα λεφτά περιλαμβάνονται εισπράξεις από τοκογλυφία, στοιχήματα, τους  και οποιοδήποτε άλλο παράνομο κέρδος. Υπάρχουν όμως και μερικές νόμιμες επιχειρήσεις, όπως είναι τα καταστήματα τροφίμων, αίθουσες μπόουλινγκ, μπαρ και κοινωνικές λέσχες, (όλες αυτές οι λέσχες αποτελούν βιτρίνα. Εκεί μέσα θα βρεις κάποιον να ποντάρεις ένα στοίχημα, έναν τοκογλύφο, ένα τραπέζι για χαρτοπαιξία ή κάποιον κλεπταποδόχο πρόθυμο να σου πουλήσει σε τιμή ευκαιρίας οτιδήποτε βάζει ο νους σου.)Ά<br /><br /> <br />-Τώρα όσον αφορά στην πίστη και την αφοσίωση ανάμεσα στα μέλη μιας<br /><br /> <br />, τα πράγματα δεν είναι και τόσο τραβηγμένα. Το χρήμα έχει πολύ<br /><br /> <br />μεγάλο στόμα. Στην ουσία δεν φωνάζει απλώς αλλά τσιρίζει!! Αν και κάτω από<br /><br /> <br />κανονικές συνθήκες κάποιος μένει πιστός στο αφεντικό, 1) γιατί του φέρεται<br /><br /> <br />καλά, 2) γιατί το φοβάται και 3) γιατί κοντά του οικονομάει γερά λεφτά.<br /><br /> <br />Μερικά αφεντικά αποσπούν την αφοσίωση των ανθρώπων τους για τον απλό λόγο ότι τους φέρονται καλά. Ένα τέτοιο αφεντικό μπορεί να ζητήσει από τους<br /><br /> <br />άντρες του οτιδήποτε. Όταν π.χ. δούλευα για λογαριασμό του Φρανκ Ντράγκνα<br /><br /> <br />στην Καλιφόρνια, αν μου 'λεγε να πάω στο διάολο, θα 'μπαινα στο πρώτο λεωφορείο με προορισμό την κόλαση. Στην κυριολεξία αγαπούσα αυτόν τον<br /><br /> <br />άνθρωπο. Μου 'μαθε πώς να τα οικονομάω γερά, μου 'μαθε πως να ζω καλά, με<br /><br /> <br />γλίτωσε από μπελάδες κάθε φορά που έμπλεκα. Με βοήθησε να κόψω το ποτό και με έμαθε να κυριαρχώ το βίαιο χαρακτήρα μου. Όταν έκανα καμιά στραβοτιμονιά δεν άρχιζε να μου φωνάζει και να με βρίζει. Αντίθετα μου μιλούσε με το μαλακό, ήρεμα, μου εξηγούσε το σωστό από το λάθος, αλλά και πώς να επανορθώνω τα λάθη μου όταν έκανα.Ά<br /><br /> <br />-Την περίοδο της ακμής του, ο Τζακ Ντράγκνα, έλεγχε ολόκληρη τη Νότια<br /><br /> <br />Καλιφόρνια. Για να στο πω πιο ωμά: μα κι ένα καθίκι με σκατά αν έπαιρνες<br /><br /> <br />από κει, ένα μικρό μέρος απ' αυτά τα σκατά θα πήγαινε στον Τζακ. Δεν ξέρω<br /><br /> <br />πώς τα κατάφερε να γίνει αφεντικό, γιατί όταν μπήκα στη δουλειά, αυτός ήταν<br /><br /> <br />ήδη ισχυρό ς. Υποθέτω όμως πως θα 'φτασε ως εκεί που 'φτασε ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο που ακολούθησαν και τα άλλα αφεντικά δηλ. όντας λίγο πιο σκληρός και πιο αδίστακτος από τους άλλους. Είχε ύψος γύρω στο ένα εβδομήντα πέντε, ήταν λίγο απότομος και μίλαγε με ιταλική προφορά. Ήτανε το πρότυπο αρχηγού συμμορίας. Ενέπνεε εκτίμηση και σεβασμό στους ανθρώπους του και φόβο στους εχθρούς του. Έδινε διαταγές μ' έναν ψυχρό, καλοζυγισμένο τρόπο και ποτέ δεν άφηνε περιθώρια για πολλές συζητήσεις. Όταν ο Τζακ έλεγε πως το πάρτι σχόλασε, το πάρτι πραγματικά είχε σχολάσει! Ένα βράδυ το πάρτι έγινε στο μικρό ρεστοράν κάποιου 'Αλεξ ή Αλεξάντερ, δε θυμάμαι καλά, στο Λος<br /><br /> <br />Άντζελες. Ο Μίκυ Γιόχεν μόλις είχε αποφυλακιστεί και γύρευε να αναδιοργανώσει μερικά γραφεία στοιχημάτων και κάτι άλλες δουλειές, για να<br /><br /> <br />ξαναποκτήσει πάλι έστω και μέρος από την παλιά του δύναμη. Έτσι ζήτησε να<br /><br /> <br />συναντηθεί με τον Τζακ και 20 ακόμα υψηλόβαθμους συμμορίτες, για να<br /><br /> <br />τακτοποιήσουν το ζήτημα. Πήγα μαζί με τον Τζακ σαν μπράβος του. Το φαΐ ήταν<br /><br /> <br />υπέροχο. Αρχίσαμε με ορεκτικά, γαριδοσαλάτα και μύδια. Στη συνέχεια ήλθαν<br /><br /> <br />τα ζυμαρικά και τέλος καταλήξαμε στο μπον-φιλέ και το κοτόπουλο. Δεν μπορώ<br /><br /> <br />να θυμηθώ το ρεστοράν αλλά παράλληλα δεν μπορώ να ξεχάσω το γεύμα! Ο Τζακ δεν είχε δει ποτέ με καλό μάτι τον Μίκι και το σινάφι του, ενώ απ' την άλλη<br /><br /> <br />έβρισκε μια χαρά την τάξη πραγμάτων που επικρατούσε. Έτσι κάθε άλλο παρά<br /><br /> <br />χάρηκε όταν άκουσε τα σχέδια του άλλου για αναδιοργανώσεις κ.τ.λ. Περίμενε<br /><br /> <br />μέχρι να τελειώσει το γεύμα, άκουσε υπομονετικά τις προτάσεις του Μίκι και<br /><br /> <br />τέλος σηκώθηκε κι άρχισε να μιλάει: <br /> <br />που με κέρασες και σ' ευχαριστώ. Και για να σου δείξω την ευγνωμοσύνη μου,<br /><br /> <br />σου λέω τούτο: Αν τσακώσω κανέναν σας που πηγαίνει απ' το Νότιο Λος Άντζελες για το Μεξικό ή που τραβάει δυτικά για την Αριζόνα και σταματήσει<br /><br /> <br />στο μέσο της διαδρομής για τον οποιοδήποτε άλλο λόγο εκτός για κατούρημα ή<br /><br /> <br />για κανένα τσιγάρο, θα τον καθαρίσω. Καληνύχτα, κύριοι&gt;. Και μετά έφυγε!Ά<br /><br /> <br />-Αρχικά γνώρισα τον Τζακ μ έσω τρίτων στη Νέα Υόρκη. Ήμουνα τότε μπράβος<br /><br /> <br />μαζί με τον Τζόι Γκάλο, δυο νεαροί εκκολαπτόμενοι κακοποιοί, κι είχαμε να<br /><br /> <br />συναντήσουμε κάποιον για κάτι λεφτά. Αυτός ο τύπος κρατούσε ένα γραφείο,<br /><br /> <br />στον πρώτο όροφο του κτιριακού συγκροτήματος Στραντ, που βρισκόταν στο<br /><br /> <br />Μπρόντγουϊκ, μεταξύ της 47ης και της 48ης Οδού. Ο μάγκας άρχισε να μας<br /><br /> <br />πουλάει παραμύθια και τότε τον γράπωσα και σηκώνοντάς τον στον αέρα, τον<br /><br /> <br />προσγείωσα πάνω στον ώμο μου. Είχα σκοπό να του κάνω λίγα αεροπλανικά και<br /><br /> <br />να τον παρατήσω, α λλά δυστυχώς μου ξέφυγε κι έπεσε στο δρόμο από ένα<br /><br /> <br />ανοιχτό παράθυρο. Τότε είπα στον άλλο: , κι ο<br /><br /> <br />Τζόι συμφώνησε. Ο τύπος δεν έπαθε σοβαρές ζημιές, αλλά πολύς κόσμος στο<br /><br /> <br />Μπρόντγουϊκ τον είδε να προσγειώνεται ανώμαλα στο πεζοδρόμιο, από κάτω.<br /><br /> <br />Μετά από αυτό πήγαμε να βρούμε τον τύπο που μας είχε αναθέσει τη δουλειά<br /><br /> <br />και ξαφνικά βρεθήκαμε να ταξιδεύουμε για το Σικάγο. Δεν είχα ιδέα γιατί με<br /><br /> <br />ήθελαν εκεί κάτω, αλλά μια και πλήρωναν τα έξοδα, δέχτηκα να πάω. Μ' έβαλαν<br /><br /> <br />στο ξενοδοχείο Μέριλαντ-Λαντ για τέσσερις μέρες και σ' όλο αυτό το διάστημα δε σταμάτησαν να με τροφοδοτούν με γκόμενες, πιοτό και μάσσες. Σκέφτηκα: . Τελικά ήρθε να με δει κάποιος 'Εντι Μάρλοου και μου έδωσε ένα αεροπορικό εισιτήριο για το Λος Άντζελες, 100 δολάρια και τη διεύθυνση ενός μπαρ στο Σαν Πέντρο. Μόλις έφτασα πήγα στο μπαρ που μου είχε πει ο τύπος, κάθισα σ' ένα σκαμπό και περίμενα. Εξακολουθούσα να μην καταλαβαίνω τίποτα. Τελικά κατάφερα να έρθω στα χέρια με κάποιο θαμώνα. Εκείνο τον καιρό αρπαζόμουνα για ψύλλου πήδημα, μιας και δεν ήξερα άλλους τρόπους ν' αντιμετωπίζω μια κατάσταση. Μόλις είχα ανοίξει το κεφάλι του άλλου μ' ένα μπουκάλι της μπίρας, όταν μπήκε μέσα ο Τζακ Ντράγκνα. Μου γέλασε και μου εξήγησε πως επρόκειτο να δουλέψω για λογαριασμό του. Το πρώτο πράγμα που 'κανε ήταν να με πάρει σε μια αντρική μπουτίκ όπου μου αγόρασε έξι κοστούμια. Μετά μου βρήκε ένα διαμέρισμα κι ένα αμάξι. Το πρώτο μέρος που δούλεψα για λογαριασμό του ήταν ένα πορνείο, με τ' όνομα , στη χειρότερη γωνιά της Τιχουάνα του Μεξικού. Τελικά με πήρε πίσω στο Λος Άντζελες και μου ανέθεσε διάφορες δουλειές: λαθρεμπόριο, στοιχήματα, οτιδήποτε παρουσιαζόταν. Οι σχέσεις μας ήταν κάτι παραπάνω από καλές. Μου φερόταν σαν να 'μουν γιος του κι όχι υπάλληλός του. Όταν ο Τζακ πέθανε από υπερβολική δόση ηρωίνης, ένιωσα σαν να 'χασα τον πατέρα μου. Ακόμα και σήμερα τον θυμάμαι με νοσταλγία. Αν θέλεις τη γνώμη μου, ήταν το καλύτερο αφεντικό συμμορίας που γνώρισα ποτέ. Τέλος πάντων...Ά<br /><br /> <br />-Ο Μπόσης που λες, δηλ. το αφεντικό, δεν είναι εντελώς ανεξάρτητος! Κάθε<br /><br /> <br />τόσο δίνει αναφορά στο  Διευθυντήριο. Το Διευθυντήριο αποτελείται από τους<br /><br /> <br />Μπόσηδες μιας μεγάλης περιοχής. Ο πρόεδρ ος του Διευθυντηρίου λέγεται Μπόσης των Μπόσηδων (στη Νέα Υόρκη π. χ. το πόστο αυτό το έχει ο Κάρλο Γκαμπίνο κι έφτασε ως εκεί γιατί είναι ο πιο παλιός, γιατί τον σέβονται και κατά κύριο λόγο, γιατί δε βρέθηκε κανείς ως τώρα να τον φάει). Το Διευθυντήριο<br /><br /> <br />συγκαλείται σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, δηλαδή κάθε που κάποιος<br /><br /> <br />σημαντικός είναι να φύγει από τη μέση ή όταν ξεσπούν διαμάχες γύρω από τον<br /><br /> <br />έλεγχο μιας περιοχής. Το Διευθυντήριο καθορίζει ποιος ελέγχει, τι. Υπάρχει<br /><br /> <br />αρκετός χώρος για όλους και αυτοί οι καβγάδες για τον έλεγχο των διάφορων<br /><br /> <br />περιοχών είναι μόνο για κακό. Έτσι το Διευθυντήριο παρεμβαίνει και βάζει τα<br /><br /> <br />πράγματα στη θέση τους, για το καλό όλων. Κάθε μεγάλη πόλη, εκτός από το<br /><br /> <br />Λος Άντζελες που σήμερα δεν ελέγχεται από το Οργανωμένο 'Εγκλημα, διοικείται μ' αυτό το σύστημα. Αν θες ν' ανοίξεις δουλειές σε μιαν άλλη πόλη θα πρέπει πρώτα να πάρεις την άδεια του Διευθυντηρίου. Κι αυτό ισχύει για όλους. Από τον Κάρλο Γκαμπίνο μέχρι εμένα.Ά<br /><br /> <br />-Προσωπικά έχω αποκτήσει το δικαίωμα να ασχολιέμαι με οποιαδήποτε δουλειά<br /><br /> <br />υπάρχει μέσα στα πλαίσια της συμμορίας, όμως ό,τι κι αν κάνω πάντα υπάρχει<br /><br /> <br />η δέσμευση. Αν θέλω να κάνω μια δουλειά σε κάποια συγκεκριμένη περιοχή<br /><br /> <br />πρέπει να έρθω σε επαφή με τον τοπικό Μπόση, να του εξηγήσω τι έχω κατά νου<br /><br /> <br />και να τον βάλω συνεταίρο. Ο κάθε Μπόσης ελέγχει απόλυτα την περιφέρειά του<br /><br /> <br />κι αυτός διευθύνει όλες τις δραστηριότητες που αναπτύσσονται μέσα στα όριά<br /><br /> <br />της. Πάντως αρχηγός σε εθνικό επίπεδο, γενικός δερβέναγας δηλαδή, δεν<br /><br /> <br />υπάρχει. Ακόμα κι ο Καπόνε την εποχή της μεγάλης δόξας του, τη μόνη περιφέρεια που διαφέντευε ήταν το Σισέρο του Ιλλινόι. Καλά -καλά ούτε το<br /><br /> <br />Σικάγο δεν έλεγχε. Στον κόσμο του Οργανωμένου Εγκλήματος δεν υπάρχει θέση<br /><br /> <br />για αρχηγούς σε πανεθνικό επίπεδο, για . Κάτι τέτοιο είναι αδύνατο από αυτή την ίδια τη φύση των πραγμάτων. Πρέπει να υποτάξεις και να<br /><br /> <br />θέσεις υπό τον έλεγχό σου κάπου εκατό χιλιάδες ανθρώπους, να γίνεις ένα<br /><br /> <br />είδος Φύρερ, απόλυτου δικτάτορα. Ε, δεν γίνεται.Ά<br /><br /> <br />-Ο μόνος άνθρωπος που βρέθηκε πιο κοντά α π' όλους στο πόστο του εθνικού<br /><br /> <br />Μπόση ήταν ο Μέιερ Λάνσκι. Ήτανε άνθρωπος που έχαιρε γενικής αποδοχής. Όλοι τον σέβονταν και το Οργανωμένο 'Εγκλημα του χρωστάει πολλά γιατί πρόσφερε σ' αυτό όσο κανένας.Ά<br /><br /> <br />-Δούλεψα για τον Μέιερ κοντά οχτώ χρόνια. Είναι άνθρωπος υπομονετικός,<br /><br /> <br />συνεργάσιμος και έξυπνος. Είμαι σίγουρος πως αν έβαζε υποψηφιότητα για<br /><br /> <br />πρόεδρος των ΗΠΑ, θα τις κέρδιζε τις εκλογές. Αυτός όμως αντί για τον κόσμο<br /><br /> <br />διάλεξε τον υπόκοσμο κι όπως σου είπα σχεδόν τα κατάφερε να γίνει ο πρόεδρος τη ς δικιάς μας ιδιότυπης δημοκρατίας. Άνθρωπος που εκτιμούσε τις σωστές δουλειές. Όταν έμενε ευχαριστημένος με την απόδοσή σου, σου έδινε να το καταλάβεις μ' ένα χτύπημα στον ώμο, με μερικά παραπάνω δολαριάκια, με<br /><br /> <br />καμιά γκόμενα... Κι είναι ο άνθρωπος π ου χαίρει της απόλυτης εκτίμησης και<br /><br /> <br />του σεβασμού όσων δουλεύουν για λογαριασμό του.Ά<br /><br /> <br />-Όπου κι αν πας σε τούτη τη χώρα, ο Μέιερ είναι γνωστός σαν .<br /><br /> <br />Στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για παρατσούκλι. Οι άνθρωποι που<br /><br /> <br />τον αποκαλούν έτσι εκδηλώνουν μ' αυτόν τον τρόπο, την εκτίμηση και το σεβασμό που τρέφουν για το άτομό του. Όπως ξέρει ο κόσμος από τον κινηματογράφο και τα ΜΜΕ, τα παρατσούκλια προσδίδουν ιδιαίτερη αίγλη στους<br /><br /> <br />συμμορίτες, στους ανθρώπους του Οργανωμένου Εγκλήματος. Όμως δεν έχουν όλοι παρατσούκλια. Μερικοί τα αποκτούν στην πορεία, άλλοι πεθαίνουν ή<br /><br /> <br />αποσύρονται χωρίς να γνωρίσουν τούτη την εξαιρετική τιμή. Εμένα για<br /><br /> <br />παράδειγμα, μου έχουν κολλήσει διάφορα κατά καιρούς, όμως ποτέ μου δεν<br /><br /> <br />απόκτησα κανονικό παρατσούκλι, κάτι μόνιμο, κάτι που να το ακούει ο άλλος<br /><br /> <br />και να ξέρει ότι αναφέρονται σε μένα.Ά<br /><br /> <br />-Τα παρατσούκλια γεννιούνται από τ' οτιδήποτε. Μερικά έχουν τη ρίζα τους        στο όνομα ή το επώνυμο κάποιου. Όπως για παράδειγμα ένας τύπος που τον               λένε Τζο ντι Στέφανο, γίνεται γνωστός σαν Τζόι Ντι ή κάποιος άλλος που τον λένε Φράνκι Ζένο, κι από ένα σημείο κι ύστερα όλοι τον φωνάζουν Φράνκι<br /><br /> <br />Ζένι. Αν κάποιον τον λένε Φράνκι, μπορεί να του μείνει το παρατσούκλι<br /><br /> <br />Τσιτς.Ά<br /><br /> <br />-Άλλοι πάλι χρωστάνε το παρατσούκλι τους στην εμφάνισή τους. Ο Καρμίνε ο<br /><br /> <br />Σνέικ (ο Φίδις), πήρε αυτό το παρατσούκλι γιατί πραγματικά μοιάζει με φίδι.<br /><br /> <br />Ο Τσάρλι ο Μπουλ (ο Ταύρος), έμοιαζε μα ταύρο έτσι τεράστιος και<br /><br /> <br />γεροδεμένος που ήταν. Ο 'Αλεξ ο Μπήαρντ (ο Γένιας), περάστηκε στην ιστορία<br /><br /> <br />με αυτό το παρατσούκλι γιατί είχε γένια. Αν κάποιος έχει μεγάλη μύτη μπορεί<br /><br /> <br />να του βγει ο Τάδε ο Μυτόνγκας κ.ο.κ.Ά<br /><br /> <br />-Σ' άλλους πάλι κολλάνε παρατσούκλια εντελώς αντίθετα από αυτό που είναι<br /><br /> <br />στην πραγματικότητα. Τους χοντρούς τους βαφτίζουνε Τσίχλες, τους αδύνατους<br /><br /> <br />Φούσκες και τους φαλακρούς Σγουρομάλληδες.Ά<br /><br /> <br />-Μια σωματική ατέλεια ή αναπηρία, συχνά αποτελεί αφορμή για παρατσούκλι. Αν κάτι έχει το πόδι ή το χέρι σου σε βαφτίζουν Τζιμ ο Χωλός.  Αν τα μάτια σου<br /><br /> <br />αλληθωρίζουν σε φωνάζουν Νικ ο Αλλήθωρος . Σ' αυτή την τελευταία κατηγορία<br /><br /> <br />έχουμε και μια φίρμα (βέβαια ο φουκαράς έγινε διασημότητα όταν τον κάθισαν<br /><br /> <br />στην ηλεκτρική καρέκλα), τον Κόκαη (Αλλήθωρο) Νταν.Ά<br /><br /> <br />- Άλλους τους βαφτίζουνε με βάση την εθνική τους προέλευση: Νικ δη Γουόπ<br /><br /> <br />(Νικ ο Μακαρονά ς), 'Αλεξ δη Γκρηκ ('Αλεξ ο Έλληνας), Γίντι Στέιν (Στέιν ο<br /><br /> <br />Οβριός). Άλλους στη βάση της ειδικότητάς τους. Κάποιον που δούλευε στους<br /><br /> <br />ντόκους τον είχαν βγάλει Τσάρλι δη Χουκ (Τσάρλι ο Γάντζος). Αν δε<br /><br /> <br />του άρεσε η μάπα σου, σε γράπωνε με το γάντζο που χρ ησιμοποιούν οι<br /><br /> <br />λιμενεργάτες. Κάποιον που δουλεύει καλά το μαχαίρι του τον φωνάζουν Λεπίδα<br /><br /> <br />ή ο Λεπίδας. Άμα δουλεύει καλά το ρόπαλο τον βαφτίζουν Στειλιάρι κ.λ.π.Ά<br /><br /> <br />-Άλλους πάλι τους βαφτίζουν με βάση τον τόπο καταγωγής τους. Ο Τζόνι 'Οντο<br /><br /> <br />κρατούσε από το Μπάθμπιτς του Μπρούκλιν. Έτσι τον φώναζαν Τζώνι Μπάθμπιτς. Κάποιον από το Πίτσμπεργκ, τον φώναζαν Λούι Πιτ.Ά<br /><br /> <br />-Μερικά από αυτά τα παρατσούκλια έχουν συγκεκριμένη έννοια. Αν κάποιον για<br /><br /> <br />παράδειγμα τον φωνάζουν Τζον Μπλακ, το Μπλακ σημαίνει θανατικό . Δηλαδή ο<br /><br /> <br />τύπος είναι είτε εκτελεστής, είτε κλείνει κοντράτα για δολοφονίες. Το Κοστέλο κολλάει πολύ στους χαρτοπαίχτες και τους τζογαδόρους γενικότερα. Το<br /><br /> <br />Κοστέλο έχει καταντήσει συνώνυμο του τζόγου, το ίδιο και το Πέπο.Ά<br /><br /> <br />-Μερικοί χρωστάνε τα παρατ σούκλια τους στις συνήθειες τους. Κάποιος Φάνζυ<br /><br /> <br />που ξέρω, τρελαίνεται για πίτσες. Έτσι του 'μεινε να τον φωνάζουν Πίτσαμαν. Ένας άλλος πάλι είχε το συνήθειο να ρουφάει όλη την ώρα τη μύτη του. Στο τέλος τον βάφτισαν Τζίμι δη Σνιφ (Τζίμι ο Ρούφας). Κι ένας τρίτος κάνει εννιά μπάνια την ημέρα και παστώνεται στο ταλκ. Πως τον φωνάζουν; Μπέιμπι Μπλου, ή Μπεμπουλίνι!!.Ά<br /><br /> <br />-Αν σε κάποιον συνέβη κάτι ασυνήθιστο στη διάρκεια της καριέρας του, αυτό<br /><br /> <br />το κάτι μπορεί να αποτελέσει αφορμή για παρατσούκλι. Ο Τζό ι Γκάλο έγινε<br /><br /> <br />γνωστός σαν Κρέηζυ (Τρελός) Γκάλο γιατί το 'χε παίξει παλαβός όταν μια<br /><br /> <br />φορά τον δίκαζαν για κάποια διάρρηξη. Ο Λάκι (Τυχερός) Λουτσιάνο, χρωστάει<br /><br /> <br />το παρατσούκλι του στο γεγονός ότι κάποτε τον βρήκαν κυριολεκτικά γαζωμένο<br /><br /> <br />από σφαίρες κι όμως στο τέλος τη σκαπούλαρε.Ά<br /><br /> <br />-Τέλος μερικοί είναι τόσο σα^ινια στην ειδικότητά τους, που αποκτούν ένα<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/8628754684261141103-4977754336226015994?l=amiaoulis.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2010/06/28/%ce%97_%ce%b1%cf%85%cf%84%ce%bf%ce%b2%ce%b9%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%b1_%ce%b5%ce%bd%cf%8c%cf%82_%cf%80%ce%bb%ce%b7%cf%81%cf%89%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%85_%cf%86%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ac_%ce%9d%ce%bf.5</id>
		<author><name>Neptunus</name></author>
		<title>All in one: Η αυτοβιογραφία ενός πληρωμένου φονιά Νο.5</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2010/06/28/%ce%97_%ce%b1%cf%85%cf%84%ce%bf%ce%b2%ce%b9%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%b1_%ce%b5%ce%bd%cf%8c%cf%82_%cf%80%ce%bb%ce%b7%cf%81%cf%89%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%85_%cf%86%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ac_%ce%9d%ce%bf.5"/>		
		<updated>2010-06-28T17:58:00-04:00</updated>
		<published>2010-06-28T17:58:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	Ο τίτλος της εφημερίδας μιλούσε για τη σύλληψη εκείνων που είχαν απαγάγει<br /><br />και πιθανόν σκοτώσει τον ανιψιό του Κάρλο Γκαμπίνο. Ο  κούνησε<br /><br />λυπημένα το κεφάλι του: . , του<br /><br />αποκρίθηκα . Η<br /><br />γυναίκα και ο αδελφός του Κάρλος είχαν καλέσει το Εφ Μπι 'Αι μόλις πήραν το<br /><br />μήνυμα για τα λύτρα. Ο άλλος ξανακούνησε το κεφάλι του περίλυπα. <br />να κλαίει η ψυχή σου όταν ένας Κάρλο Γκαμπίνο καταντήσει να φωνάζει τους<br /><br />μπάτσους; Μου φαίνεται πως η πιάτσα μας πάει κατά διαόλου&gt;.Ά<br /><br />-Η πιάτσα μας! Το επάγγελμά μας! Το Οργανωμένο Έγκλημα. Ναι! Γιατί, αν το καλοδείς, το Οργανωμένο Έγκλημα είναι επάγγελμα. Είναι μια ολάκερη επιχείρηση. Μια επιχείρηση που τυγχάνει να είναι παράνομη, αλλά πάντως μια επιχείρηση, πολύ καλύτερα οργανωμένη και διοικούμενη κι από αυτήν την Αμερικάνικη Κυβέρνηση ή την Τζένεραλ Μότορς, η οποία τζιράρει πολύ περισσότερα απ' όσα κερδίζουν μαζί η<br /><br />Γιου Ες Στιλ, η Κράϊσλερ Κορπορέισον και η Στάνταρντ Όιλ Κόμπανι! Το 'Οργανωμένο 'Εγκλημα λειτουργεί πολύ πιο εύκολα και αποδοτικά: Δεν αντιμετωπίζουμε συνδικαλιστικά προβλήματα, δεν πληρώνουμε υπερωρίες, δεν<br /><br />πονοκεφαλιάζουμε με συνταξιοδοτικά προγράμματα και κοινωνικές παροχές και<br /><br />_το σπουδαιότερο_ έχουμε πάντα τόση δουλειά που δεν αντιμετωπίζουμε πρόβλημα<br /><br />οικονομικής ύφεσης κι ανεργίας! Ο καταμερισμός των κερδών είναι ο καλύτερος<br /><br />του επιχειρηματικού κόσμου κι η πελατεία πάντα ευτυχής και ικανοποιημένη.Ά<br /><br />-Εμείς -κι όταν λέω , εννοώ τους 10.000 χιλ. περίπου νοματαίους που<br /><br />παραδέχονται έτσι στα ίσια και στο φανερό ότι ανήκουν στην επιχείρηση  αυτής της χώρας- υπάρχουμε για να εξυπηρετούμε το<br /><br />κοινό. Δίνουμε στον κοσμάκη ό,τι ζητάει η ψυχούλα του, προ λαβαίνουμε τις<br /><br />επιθυμίες του! Ό,τι κάνουμε το κάνουμε φυσικά για το κέρδος όμως μ' αυτόν<br /><br />τον τρόπο βρίσκουν οι άλλοι τα όσα πονηρά τραβάει ο οργανισμός τους! Κι<br /><br />αυτά που συνήθως τραβάει ο οργανισμός τους είναι μια ευκαιρία για<br /><br />τζόγο, ένα τσιγαριλίκι, ένα δάνειο στα γρήγορα και χωρίς τυμπανοκρουσίες ή<br /><br />μια ευκαιρία για την αγορά προϊόντων υψηλής ποιότητας σε χαμηλή τιμή, από<br /><br />τσιγάρα μέχρι κάλτσες! Εμείς τροφοδοτούμε τους αποκαλούμενους έντιμους<br /><br />πολίτες αυτής της χώρας με όλα τούτα τα ωραία. Είμαστε Εγγλέζοι στην παράδοση, υποστηρίζουμε μέχρι θανάτου την ποιότητα της πραμάτειας μας κι όταν χάνουμε, πληρώνουμε απ' την τσέπη μας τα σπασμένα! Κάπου -κάπου χρησιμοποιούμε βία -όμως μόνο αναμεταξύ μας· πολύ σπάνια τα βάζουμε με τους απέξω. Οι μόνοι άνθρωποι εκτός του υποκόσμου που υποφέρουν από σπασμένες μύτες ή πλευρά είναι εκείνοι που δανείζονται τα λεφτά μας και δεν μας ξεχρεώνουν, εκείνοι που στοιχηματίζουν μαζί μας και δε μας πληρώνουν όταν χάνουν και πάει λέγοντας. Τέτοιους λεχρίτες σίγουρα όλο και κάποιο κακό τους βρίσκει, δεν το συζητάμε Όμως ο πραγματικά τίμιος κι εντάξει πολίτης δεν έχει να φοβάται τίποτε από μας. Δε γυρεύουμε φασαρίες με δαύτον. Η βία κοστίζει. Οι δολοφόνοι στοιχίζουν μια περιουσία κι οι μπράβοι αμείβονται πλουσιοπάροχα, γι' αυτό λοιπόν η βία είναι το έσχατο μέσο στο οποίο καταφεύγει το Οργανωμένο Έγκλημα. Τα ζωντανά λεφτά βγαίνουν από τη χαρτοπαιξία, την τοκογλυφία, τα ναρκωτικά και τη μαύρη αγορά. Ο<br /><br />υπόκοσμος εδώ στην Αμερική βγάζει τα περισσότερα λεφτά από πράγματα που σε<br /><br />άλλες χώρες είναι νόμιμα.  Π.χ. χαρτοπαίγνιο και πορνεία.Ά<br /><br />-Αν είναι ένα πράγμα που θέλω να τονίσω σ' αυτό το βιβλίο, είναι η ματαιότητα της επιβολής της ηθικής με νόμους και απαγορεύσεις. Θέλει  ο άλλος να παίξει πόκερ;<br />Στρώσε τη ν τσόχα σου και κάτσε να μαζεύεις τον παρά του. Εφ' όσον οι άνθρωποι έχουν αυτό που ζητούν -με την προϋπόθεση ότι δεν πειράζουν κανένα, εντάξει; - τότε που είναι η ζημιά; Άσε τον άλλον να γίνει αφέντης της μοίρας του. Από τη στιγμή που θα πεις σε κάποιον ότι του απαγορεύεις κάτι, έχεις κιόλας δημιουργήσει μια καινούρια επιχείρηση σωστό χρυσωρυχείο. Γιατί κάπου εκεί θα 'μαι και γω για να τον βοηθήσω να κάμει το κέφι του, τόσο συχνά όσο βαστάει η τσέπη του!Ά<br /><br /> <br />-Η Ποτοαπαγόρευση είναι το καλύτερο παράδειγμα για να στηρίξω αυτά που σου λέω. Ήρθανε οι ψευτο-πουριτανοί κι είπαν τέρμα το αλκοόλ, κανείς δε θα ξαναβάλει γουλιά οινόπνευμα στο στόμα του. Τι έγινε; Μπουμ, την άλλη μέρα γεννήθηκε το Οργανωμένο Έγκλημα! Μερικοί τύποι από κει που δεν κατάφερναν να οικονομήσουν 10 δολάρια τη βδομάδα, βρέθηκαν εκατομμυριούχοι από τη μια στιγμή στην άλλη! Σήμερα μερικοί από τους μεγάλους και τρανούς τούτης της χώρας είναι πρώην λαθρέμποροι οινοπνευματωδών! Αυτοί που 'φτιαξαν το περιβόητο  στη Νέα Υόρκη, λαθρέμποροι του κερατά ήτανε. Ο πολύς Τουπ Σωρ λαθρέμπορος κι αυτός. Αυτοί οι τύποι φτιάχνανε τζιν στην μπανιέρα του σπιτιού τους ή έφερναν  από τον Καναδά. Στη συνέχεια οι λαθρέμποροι επέκτειναν τις δραστηριότητές τους από την τοκογλυφία μέχρι τους φόνους επί πληρωμή. Κι όμως σήμερα τα ονόματά τους προφέρονται με δέος στα περιωπής και τα  μαγαζιά, είτε φαγάδικα είναι αυτά, είτε ξενυχτάδικα. Τι σκατά ηθική είναι αυτή, μου λες; Η βλακεία που δέρνει τους πολίτες αυτής της χώρας από πάντα μου προκαλούσε τεράστια εντύπωση. Υποτίθεται πως είμαι άνθρωπος του κακού! Υποτίθεται ακόμη πως κάποιος πρέπει να με βγάλει από τη μέση για να μπορούν οι άνθρωποι να κυκλοφορούν ελεύθεροι τη νύχτα. Αυτό όχι μόνο είναι αηδίες και ξεράσματα, αλλά υποκρισία της χειρότερης μορφής που έχω ακούσει ποτέ! Άμα πάψει να υπάρχει ο έντιμος πολίτης, θα πάψω να υπάρχω κι εγώ. Αυτός είναι ο πελάτης και ο εργοδότης μου.Ά<br /><br /> <br />-Το Οργανωμένο Έγκλημα παίζει το ρόλο του τροφοδότη του καλού και χρηστού<br /><br /> <br />πολίτη - του  που του εξασφαλίζει όλα τα πονηρά του. Ό,τι θέλει το<br /><br /> <br />'χει. Από τη στιγμή που ο μέσος Αμερικάνος θα πάρει τη σπουδαία και μεγάλη<br /><br /> <br />απόφαση να πληρώσει στην κανονική τιμή για την αγορά κάποιου προϊόντος,<br /><br /> <br />από τη στιγμή που θ' αποφασίσει να τηρεί όλους τους νόμους της πολιτείας,<br /><br /> <br />που θ' αποφασίσει να κόψει το τζόγο και τις στραβοτιμονιές του, εγώ πάω,<br /><br /> <br />έσβησα. Δε θα μπορέσω να επιβιώσω! Αυτό όμως δεν πρόκειται να γίνει. Οι<br /><br /> <br />άνθρωποι θα εξακολουθούν να κάνουν ακριβώς αυτό που θέλουν γι' αυτό κι έχω<br /><br /> <br />βαρεθεί πια να ακούω να με κατηγορούν για τα δικά τους λάθη και τις δικές<br /><br /> <br />τους αδυναμίες. Κάποτε δούλευα στην περιοχή του Σινσινάτι σε μια από τις<br /><br /> <br />πιο  μεριές του Λας Βέγκας. Και λέγοντας , δεν εννοώ ότι ήταν<br /><br /> <br />παράδεισος για τον υπόκοσμο, όχι. Θέλω να πω ότι ήταν φιλόξενο μέρος, το<br /><br /> <br />έκανες κέφι, πως να σ' το πω; Το  μαγαζί που ήμουνα λεγόταν Γουέστ Ριβιέρα<br /><br /> <br />Κλαμπ και μπορούσες να περάσεις εκεί μέσα το ίδιο όμορφα και ωραία όπως σε<br /><br /> <br />οποιαδήποτε άλλη λέσχη του κόσμου! Δούλευα εκεί για λογαριασμό του Μέιερ<br /><br /> <br />Λάνσκι, προσέχοντας να μην τσεπώνουν οι υπάλληλοι περισσότερα απ' όσα<br /><br /> <br />δικαιούνταν. Κάποιο βράδυ συνάντησα έναν πελάτη απ' την 'Ομαχα της<br /><br /> <br />Νεμπράσκα. 'Ηταν επίτροπος στην εκκλησία της ενορίας του. Το ξέρω γιατί όλη<br /><br /> <br />την ώρα μου κοπανούσε την ιδιότητά του. Ε, παρ' όλα αυτά έρχονταν 600 μίλια<br /><br /> <br />μακριά από το σπίτι του, ξεβιδωνόταν στο χορό με κάποια γκόμενα που ποτέ<br /><br /> <br />δεν είχε ξαναδεί στη ζωή του κι έπινε σαν νεροφίδα. Του 'πα λοιπόν μια μέρα<br /><br /> <br /><br /> <br />σου σε κάποιο κέντρο της κοινότητας σου;&gt; Ξέρεις τι μου απάντησε; <br /> <br />αυτά που λες; Τρελάθηκες; Δε θέλω να ντροπιάσω την οικογένειά μου με τέτοια<br /><br /> <br />καμώματα!&gt;. , τον ρώτησα <br /> <br />διάολο γυρεύεις με μια κοπέλα που θα μπορούσε να 'ταν κόρη σου;&gt; Εκείνο<br /><br /> <br />που ήθελα να καταλάβω ήταν, στο βαθμό που ήθελε να κάνει τα  και τα<br /><br /> <br /> του, τι σημασία είχε το πού τα έκανε; Αυτού του είδους η υποκρισία<br /><br /> <br />μου ταράζει το νευρικό σύστημα. Κι είναι ένας ακόμη από τους λόγους που<br /><br /> <br />θέλω να γραφτεί αυτό το βιβλίο.Ά<br /><br /> <br />-Δε θέλω να πω ότι ο υπόκοσμος αποτελείται από ένα μάτσο αδελφές του<br /><br /> <br />ελέους. Μερικοί από μας είναι ικανοί να σε καθαρίσουν αν τους κάνεις<br /><br /> <br />λαδιά. Πλην όμως οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που δουλεύουν για το<br /><br /> <br />Οργανωμένο 'Εγκλημα δεν είναι παρά οικογενειάρχες που πασχίζουν για τον<br /><br /> <br />επιούσιο. Δε θέλουν να πειράξουν κανένα. Υπάρχουν πολλοί από μας που ούτε<br /><br /> <br />σκοτώνουν, ούτε πόδια σπάνε γιατί απλώς δεν τους ταιριάζει η βία, δεν τη<br /><br /> <br />γουστάρουν. Αλλά μόνο εκείνοι που δεν δίνουν δεκάρα για τίποτα, εκείνοι που<br /><br /> <br />έτσι εν ψυχρώ σου φυτεύουν μια σφαίρα στο κεφάλι ή σου σπάνε τα πόδια, αν<br /><br /> <br />κάτι τέτοιο σου αξίζει, είναι που φτάνουν ψηλά και οικονομάνε τα γερά<br /><br /> <br />λεφτά. 'Οπως η αφεντιά μου, λόγου χάρη. Κάνω οτιδήποτε χωρίς κανένα<br /><br /> <br />ενδοιασμό. Αν είναι να τα οικονομήσω δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα: ζήτα μου<br /><br /> <br />κάτι και την άλλη στιγμή το 'χω τελειωμένο, αρκεί να μου δώσεις τα λεφτά<br /><br /> <br />που συμφωνήσαμε. Κι ακριβώς το γεγονός ότι δεν παθαίνω αγκύλωση τη στιγμή<br /><br /> <br />που τραβάω τη σκανδάλη, είναι που με ανεβάζει στην υπόληψη των άλλων<br /><br /> <br />του συναφιού.Ά<br /><br /> <br />-Το Οργανωμένο 'Εγκλημα στηριζόταν σε γερές βάσεις πολύ πριν ανακατευτώ<br /><br /> <br />μαζί του. Οι ρίζες του είναι βαθιά χωμένες στο Σιτσιλιάνικο έδαφος και η<br /><br /> <br />δομή του όπως την ξέρουμε σήμερα άρχισε να χτίζεται πριν από εκατοντάδες<br /><br /> <br />χρόνια σ' αυτό το Ιταλικό νησί όταν οι ντόπιοι έφτιαξαν μια μυστική<br /><br /> <br />οργάνωση για να προστατευτούν από τους μεγαλοτσιφλικάδεςι και τους<br /><br /> <br />φεουδάρχες. Τα αρχικά αυτής της οργάνωσης σχημάτιζαν τη λέξη Μαφία και μ'<br /><br /> <br />αυτό το όνομα παρέμενε γνωστή μέχρι τα σήμερα. Αρχικά η Μαφία ήταν πολύ<br /><br /> <br />δημοφιλής ανάμεσα στους φτωχούς Σιτσιλιάνους, αργότερα όμως απόκτησε<br /><br /> <br />τεράστια δύναμη ώσπου στο τέλος έφτασε να είναι πιο ισχυρή ακόμα κι απ'<br /><br /> <br />τους γαιοκτήμονες. Άρχισε να βάζει χέρι παντού από τα λιανομάγαζα μέχρι την<br /><br /> <br />εκκλησία. Οι ρόλοι τότε αντιστράφηκαν και οι γαιοκτήμονες άρχισαν να<br /><br /> <br /> προστασία απ' αυτή την ίδια τη Μαφία, οπότε για πρώτη φορά<br /><br /> <br />μπήκε μπροστά η μηχανή των εκβιασμών!Ά<br /><br /> <br />-Οι πρώτοι Μαφιόζοι πάτησαν πόδι στην Αμερική το 1880. Πολλοί απ' αυτούς<br /><br /> <br />έφτασαν ως εδώ κυνηγημένοι από την Ιταλική αστυνομία. Τα είχαν λογαριάσει<br /><br /> <br />καλά τα πράγματα κι είχαν φτάσει στο περισπούδαστο συμπέρασμα ότι αυτά που<br /><br /> <br />έκαναν στη Σικελία θα μπορούσαν να κάνουν κι εδώ. Δεν πέσανε έξω! Αυτοί οι<br /><br /> <br />ιταλιάνοι εμιγκρέδες ήταν πολύ προληπτικοί, π.χ. το θεωρούσαν γρουσουζιά αν<br /><br /> <br />τους έσπαγε κάποιος στο ξύλο κι έτσι μοιραία άρχισε η μεγαλοεπιχείρηση που<br /><br /> <br />ακούει στο όνομα . Τελικά η Μαφία κατάφερε να ελέγχει το<br /><br /> <br />μεγαλύτερο μέρος από τις παράνομες δραστηριότητες στις Ανατολικές Ηνωμένες<br /><br /> <br />Πολιτείες. Την ίδια εποχή παράλληλα με τους Ιταλούς άρχισαν να φτάνουν στη<br /><br /> <br />χώρα κατά κύματα οι μετανάστες άλλων εθνικοτήτων. Οι Ιρλανδοί και οι<br /><br /> <br />Εβραίοι αντιγράφοντας τα καμώματα των Ιταλών, άρχιζαν να τα εφαρμόζουν κι<br /><br /> <br />αυτοί στις δικές τους κοινότητες. Σ' αυτή τη φάση δεν υπήρχε ακόμα καμιά<br /><br /> <br />μορφή οργάνωσης. Οι Ιρλανδοί δεν πείραζαν τους Ιταλούς κι οι Ιταλοί άφηναν<br /><br /> <br />τους Ιρλανδούς στην ησυχία τους. Ο καθένας είχε τη δική του ακτίνα δράσης<br /><br /> <br />κι έκανε τα δικά του ανενόχλητος. Τα πράγματα όμως άλλαξαν εκ θεμελίων<br /><br /> <br />με την έλευση της Ποτοαπαγόρευσης.Ά<br /><br /> <br />-Τη βάση για την οργάνωση του εγκλήματος έβαλε κάποιος Τζόνι Τόριο, θείος του Αλ Καπόνε. Ο Τόριο φεύγοντας από το Μπρούκλιν ήλθε στο Σικάγο και<br /><br /> <br />δημιούργησε ένα συνδικάτο του εγκλήματος που ασχολούνταν με το λαθρεμπόριο, τα στοιχήματα, την πορνεία, κ.τ.λ. Όταν το λαθρεμπόριο άρχισε να αφήνει πολλά λεφτά χρειάστηκε κάποιον άνθρωπο για τη διεύθυνση της επιχείρησής του στο Σικάγο και κάλεσε γι' αυτή τη δουλειά τον Αλ Καπόνε. Ύστερα από μερικά χρόνια, μια συμμορία παρά λίγο να καθαρίσει τον Τόριο, ο οποίος μετά από αυτό το περιστατικό τα μάζεψε κι έφυγε στο εξωτερικό, αφήνοντας όλη την επιχείρηση στα χέρι α του Καπόνε. Απ' αυτό το σημείο κι ύστερα άρχισε η πραγματική οργάνωση του εγκλήματος και οι σχετικές εκκαθαρίσεις, ο πόλεμος για την απόκτηση περιοχών επιρροής, τον έλεγχο, ο χρήμα, την παντοδυναμία. Τότε ξεκίνησε κι ο περιβόητος πόλεμος των συμμορ ιών. Ο Καπόνε εκσυγχρόνισε τον τρόπο σκέψης του υποκόσμου. Αυτός πρώτος κατάλαβε ότι η επαφή και η συνεργασία με τις άλλες συμμορίες ήταν όχι μόνο αναγκαία για λόγους επιχειρηματικής σκοπιμότητας, αλλά και ωφέλιμη γι' αυτή την ίδια την επιβίωση του Ο ργανωμένου Εγκλήματος στο σύνολό του.Ά<br /><br /> <br />-Καθώς τα χρόνια περνούσαν οι παλιές καραβάνες, οι τύποι σαν τον Μουστάκια<br /><br /> <br />Πέπε, έπρεπε να φύγουν απ' τη μέση γιατί ήταν αργόστροφοι κι οπισθοδρομικοί,<br /><br /> <br />ενώ παράλληλα οι νεαροί κοκόροι είχαν αρχίσει να κάνουν τη δυναμική τους<br /><br /> <br />εμφάνιση στα πράγματα του υποκόσμου. Περί τα μέσα του 1930 όλες σχεδόν οι<br /><br /> <br />μεγάλες πόλεις ελέγχονται από μια και μοναδική συμμορία η οποία στο μεταξύ<br /><br /> <br />είχε καταφέρει να εξουδετερώσει τους ανταγωνιστές της. Η πόλη του Ντητρόιτ<br /><br /> <br />π.χ. ήταν τσιφλίκι των Εβραίων γκάνγκστερ. Το ίδιο και το Κλίβελαντ. Οι<br /><br /> <br />Ιρλανδοί είχαν πιάσει τα λιμάνια και τους ντόκους, ενώ οι Ιταλοί<br /><br /> <br />διαφέντευαν ένα κομμάτι της Νέας Υόρκης και το μεγαλύτερο μέρος της<br /><br /> <br />Ανατολικής Ακτής. Αυτοί οι άνθρωποι κατάλαβαν ότι ο Καπόν ε είχε δίκιο. Ή<br /><br /> <br />έπρεπε να συνεργαστούν ή έπρεπε να φύγουν από τη μέση. Μέσ' από αυτές τις<br /><br /> <br />εξελίξεις άρχισε να γεννιέται η οργάνωση. Οργανωθήκαμε όταν κάποτε<br /><br /> <br />καταλάβαμε ότι όλοι κάναμε την ίδια δουλειά. Αν οι μηχανικοί είχαν τη δικιά<br /><br /> <br />τους οργάνωση και οι κτηματομεσίτες το ίδιο, τότε γιατί να μην μπορούσαμε<br /><br /> <br />να οργανωθούμε κι εμείς οι άνθρωποι του εγκλήματος; Σήμερα δουλεύουν για<br /><br /> <br />την οργάνωση, άνθρωποι κάθε φάρας και φυλής. Είναι μια 100% Αμερικάνικη<br /><br /> <br />επιχείρηση!!Ά<br /><br /> <br />-Είναι αστείο το γεγονός ότι οι περισσότεροι άνθρωποι, όταν ακούν για<br /><br /> <br />υπόκοσμο, ο νους πάει στους Ιταλιάνους. Έχουν ταυτίσει τη Μαφία με το<br /><br /> <br />Οργανωμένο Εγκλημα, τη στιγμή που η πρώτη δεν αποτελεί παρά ένα κομμάτι<br /><br /> <br />της όλης δομής του. Δυστυχώς για τους ίδιους, οι Ιταλοί συγκεντρώνουν πά νω<br /><br /> <br />τους όλη τη δημοσιότητα. Ακριβώς γι' αυτό το λόγο, μερικοί μακαρονάδες<br /><br /> <br />συμμορίτες που θέλουν να μπει τέλος σ' αυτό το , μόλις αρχίσουν να<br /><br /> <br />γίνονται φίρμες στους κύκλους του Οργανωμένου Εγκλήματος, αλλάζουν το όνομα τους και υιοθετούν κάποιο Ι ρλανδέζικο. Έτσι, ο Τζίμι Πλομέρι έγινε Τζίμι<br /><br /> <br />Ντόυζι κι ο Τόμας 'Εμπολι έγινε Τόμι Ράιαν. Δεν ξέρω γιατί το κάνουν αυτό,<br /><br /> <br />μιας κι είναι σίγουρο πως οι Ιρλανδοί δεν έχουν ανάγκη από τέτοιου είδους<br /><br /> <br />ρεκλάμα. Ακόμη και ΣΗΜΕΡΑ έχουν πολύ γερή συμμορία. Όμω ς και οι Εβραίοι δεν πάνε πίσω. Αυτοί βασικά ασχολούνται με τα χαρτοπαίγνια. Έχουμε ακόμη και κινέζικες συμμορίες. Παρ' όλα αυτά, οι πάντες φορτώνουν τα πάντα στους<br /><br /> <br />ιταλιάνους. Φυσικά δε θέλω να τους υποτιμήσω μ' αυτά που λέω. Σίγουρα<br /><br /> <br />αποτελούν μια υπολογίσιμη δύναμη στο χώρο του Οργανωμένου Εγκλήματος. Αλλά, όπως και να το δει κανείς, οι πιο σκληροτράχηλοι στις συναλλαγές τους, οι<br /><br /> <br />πιο αδίστακτοι και πωρωμένοι δολοφόνοι στην ιστορία του Αμερικάνικου<br /><br /> <br />υποκόσμου, είναι σίγουρα οι Εβραίοι.Ά<br /><br /> <br />-Ήτανε ο ι Εβραίοι που έστησαν και δούλεψαν την περιβόητη εταιρεία των<br /><br /> <br />δολοφόνων. Σαν ιδρυτής αυτής της εταιρείας φέρεται κάποιος Εβραίος ονόματι<br /><br /> <br />'Αμποτ Ρέλες και μέλη της χρημάτισαν μεταξύ άλλων ο Λούι, ο Λέπκυ, ο<br /><br /> <br />Μπούτσαλτερ μέχρι και ο Μπάγκου Σήγκελ. Κανείς δε θεωρεί τους Κινέζους μέλη του Οργανωμένου Εγκλήματος κι εδώ που τα λέμε δεν είναι. Έχουν τα δικά<br /><br /> <br />τους χαρτοπαίγνια, το δικό τους σύστημα τοκογλυφίας, τα δικά τους ναρκωτικά. Αυτοί είναι Κινέζοι και κανείς Λευκός στον αιώνα τον άπαντα δεν πρόκειται να χωθεί ανάμεσά τους. Αν κάποιος  (δηλαδή με τη φυλετικέ έννοια του όρου), προσπαθήσει να χώσει τη μύτη του φέρ' ειπείν στην Τσάινα Τάουν της Νέας Υόρκης ή του Σαν Φρανσίσκο, σίγουρα θα  πριν την ώρα του. Τους ξέρω καλά. Υπάρχει κάποιος τύπος στη Νέα Υόρκη, ένας μικρο σκοπικός ηλικιωμένος Κινέζος που ακούει στο όνομα Γου. Αυτός ο ανθρωπάκος ελέγχει το FAN -TAN, το ΜΑΗ -ΖΟΝGG και το λαθρεμπόριο ναρκωτικών. Διευθύνει μια οργάνωση που δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα από την οποιαδήποτε άλλη που υπάρχει σ' αυτή τη χώρα. Και τα οικονομάει τρελά γιατί οι Κινέζοι είναι τρομεροί τζογαδόροι. Ανάμεσα σε δυο κατσαρίδες μπορεί να στοιχηματίσουν ποια έχει τα περισσότερα πόδια. Οι Κινέζοι έχουν τις δικές τους πολιτικές λέσχες και γενικά ζουν  στο δικό τους   κόσμο. Δεν παίρνουν εντολές από κανένα. Έχουν τη δική τους φτιάξη, κι αυτό είναι όλο, φίλε μου. Πάντως εμείς του υποκόσμου τους σεβόμαστε γιατί κατάφεραν να δημιουργήσουν τη δική τους κατάσταση και να οργανωθούν όπως όλοι οι άλλοι... εκτός από τους μαύρους .Ά<br /><br /> <br />-Οι μαύροι ήταν από πάντα τους  για όλες τις δουλειές στον κόσμο<br /><br /> <br />του Οργανωμένου Εγκλήματος. Το λαθρεμπόριο των ναρκωτικών και ιδιαίτερα<br /><br /> <br />οι  είναι βασικά οι δυο τομείς που τους έχουν παραχωρηθεί για να<br /><br /> <br />βγάζουν το μεροκάματο. Όμως οι μαύροι στο μεγαλύτερο ποσοστό τους όσες<br /><br /> <br />φορές προσπάθησαν να οργανωθούν το μόνο που κατάφεραν με κάποια επιτυχία<br /><br /> <br />ήταν... οι πιο  απ' αυτούς να βρεθούν με μια σφαίρα στο<br /><br /> <br />κεφάλι! Κι αυτό συμβαίνει γιατί το κάθε αφεντικό εξαφανίζει α πό προσώπου<br /><br /> <br />γης και καταστρέφει οποιοδήποτε προσπαθήσει να του αρπάζει την επιχείρηση ή<br /><br /> <br />να πατήσει πόδι στα λημέρια του- και είναι σ' αυτές ακριβώς τις περιπτώσεις, που εγώ πουλάω τις καλές μου υπηρεσίες. Εδώ δεν υπάρχει προειδοποίηση του στιλ, : . Αυτός που προσπαθεί να βάλει χέρι  στο  κάποιου άλλου είναι ξεγραμμένος, εκτός κι αν έχει τα κότσια και τη δύναμη να ξαποστείλει αυτόν τον άλλο που διαφέντευε μέχρι τότε μια  ή μια περιοχή . Σ' αυτή τη δουλειά το πόσο μπροστά πας και το πόσο  εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τα κότσια σου.Ά<br /><br /> <br />-'Οταν οι άλλοι έδιναν τις μάχες τους, οργανώνονταν και δημιουργούσαν το<br /><br /> <br />σύστημα πάνω στο οποίο βασίστηκε το Οργανωμένο 'Εγκλημα, οι μαύροι έξυναν<br /><br /> <br />τα νύχια τους. Τώρα για ευνόητους λόγους, δεν μπορούν να καταφέρουν τίποτα<br /><br /> <br />το σπουδαίο μέσα στα πλαίσια του Οργανωμένου Εγκλήματος. Δουλεύουν στο<br /><br /> <br />Χάρλεμ και μερικές άλλες νέγρικες περιοχές κι αυτό είναι όλο. Ποτέ δεν<br /><br /> <br />πρόκειται να πάνε π αραπέρα, πίστεψέ με. Όποιος μαύρος θελήσει να πουλήσει<br /><br /> <br />αγριάδα, θα βρεθεί με τα μούτρα σπασμένα ή με μια σφαίρα στο κεφάλι, πριν<br /><br /> <br />προλάβει να καλοσκεφτεί τη μαλακία που έκανε.  Μερικοί δημοσιογράφοι<br /><br /> <br />ρώτησαν κάποτε ένα μέλος των Μαύρων Πανθήρων γιατί δεν κατεβαίνουν στον<br /><br /> <br />δρόμο να παίξουν  με τους ομόχρωμούς τους. <br /> <br />(δηλαδή τα λευκά αφεντικά του Οργανωμένου Εγκλήματος) θα μας τινάξει τα<br /><br /> <br />μυαλά στον αέρα&gt;, απάντησε ο τύπος κι είχε απόλυτο δίκιο. Μην προσπαθήσεις<br /><br /> <br />να βάλεις χέρι στα χωράφια μας, γιατί το μόνο που θα κερδίσεις είναι μια<br /><br /> <br />φτηνή κηδεία!! Υπάρχει προκατάληψη για τους μαύρους; Πραγματικά αυτό δεν το ξέρω. Ίσως έχει δημιουργηθεί μια τέτοια εντύπωση, επειδή χρόνια τώρα<br /><br /> <br />κλαψουρίζουν και φωνάζουν γι' αυτά που στ ερούνται, αλλά βασικά ποτέ δεν<br /><br /> <br />έκαναν κάτι από μόνοι τους για να αλλάξουν το ριζικό τους. Πριν από χρόνια<br /><br /> <br />είχαν την ευκαιρία να βάλουν στο χέρι το Χάρλεμ, αλλά κανείς μαύρος δεν<br /><br /> <br />έσπασε τη μέση του. Τότε ακόμα δε μας χρειάζονταν. Όμως εμείς ήρθαμε, είδαμε και... μείναμε, παίρνοντας συνάμα την κατάσταση στα χέρια μας. Και μια και μείναμε, κανείς δεν πρόκειται να μας κουνήσει.Ά<br /><br /> <br />-Προσωπικά, μόνο μερικές φορές τα 'βαλα με μαύρους. Η τελευταία ήταν το<br /><br /> <br />1968. Όλη η ιστορία άρχισε, όταν δυο αραπάδες πήγα ν στο σπίτι ενός φίλου<br /><br /> <br />μου να τον ληστέψουν. Κι ως εδώ δεν τρέχει τίποτα γιατί το σούφρωμα είναι<br /><br /> <br />μέσα στο κόλπο, είναι δουλειά, κι αν περιορίζονταν μόνο στη ληστεία, όλα<br /><br /> <br />θα 'ταν μέλι -γάλα. Αυτός ο φίλος που σου λέω, είναι ένας φουκαράς<br /><br /> <br />δικηγοράκος που ποτέ δεν είχε πειράξει κανέναν. Στην κυριολεξία αγαπάει<br /><br /> <br />όλον τον κόσμο κι είναι πρόθυμος να βοηθήσει τον οποιοδήποτε που θα του<br /><br /> <br />ζητήσει κάτι. Όσον αφορά στους μαύρους, αφιέρωνε τον χρόνο του αναλαμβάνοντας την υπεράσπιση μελών των μειονοτήτων που δεν είχαν λεφτά να<br /><br /> <br />πληρώσουν δικηγόρο, πολύ πριν αυτού του είδους η κοινωνική προσφορά<br /><br /> <br />αναγνωριστεί κι επίσημα.  Αυτοί οι τύποι λοιπόν, αφού τον λήστεψαν, άρχισαν<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/8628754684261141103-879647164136376292?l=amiaoulis.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2010/06/28/%ce%97_%ce%b1%cf%85%cf%84%ce%bf%ce%b2%ce%b9%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%b1_%ce%b5%ce%bd%cf%8c%cf%82_%cf%80%ce%bb%ce%b7%cf%81%cf%89%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%85_%cf%86%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ac_%ce%9d%ce%bf.4</id>
		<author><name>Neptunus</name></author>
		<title>All in one: Η αυτοβιογραφία ενός πληρωμένου φονιά Νο.4</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2010/06/28/%ce%97_%ce%b1%cf%85%cf%84%ce%bf%ce%b2%ce%b9%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%b1_%ce%b5%ce%bd%cf%8c%cf%82_%cf%80%ce%bb%ce%b7%cf%81%cf%89%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%85_%cf%86%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ac_%ce%9d%ce%bf.4"/>		
		<updated>2010-06-28T17:54:00-04:00</updated>
		<published>2010-06-28T17:54:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	-Το πρώτο  μου το 'στησα στη διασταύρωση των λεωφόρων Γουίλκινς, 'Ιντερβαλ και της οδού Τζένινγκς στο Μπρονξ. Με λίγα λόγια, βρισκόμουν<br /><br />ακριβώς στην καρδιά του εμπορικού κέντρου της περιοχής. Στη μια γωνιά ήταν<br /><br />ένα εβραϊκό ψιλικατζίδικο, στην απέναντι ένα ζαχαροπλαστείο -που στην ουσία<br /><br />ήταν γραφείο στοιχημάτων- και ακριβώς δίπλα απ' αυτό ένα μεγάλο φαρμακείο.<br /><br />Εκεί γύρω απ' το τετράγωνο που είχα στήσει το  μου βρίσκονταν σκορπισμένα και μερικά υπαίθρια μανάβικα. Τότε έμενα στην οδό Φρήμαν κι<br /><br />έπρεπε να πηγαίνω με τα πόδια ένα ολόκληρο τετράγωνο για να φτάσω στο πόστο<br /><br />μου. Την πρώτη μέρα σ' αυτή τη δουλειά σηκώθηκα γύρω στις έξι παρά τέταρτο<br /><br />και φόρεσα το ένα πάνω από το άλλο το δυο πιο ζεστά μου πουκάμισα. Ήτανε<br /><br />τέλη Σεπτέμβρη και δεν είχα σακάκι. Τελικά έχωσα σε μια τσέπη έ να μπλοκ και<br /><br />δυο μολύβια, πήρα παραμάσχαλα ένα πλιάν τραπεζάκι και μια μικρή καρέκλα και<br /><br />ξεκίνησα  να στήσω το  μου. Γύρω στις εξίμισι ήμουν έτοιμος να<br /><br />δεχτώ την εκλεκτή μου.Ά<br /><br />-Ο πρώτος πελάτης ήταν ο ιδιοκτήτης ενός μανάβικου· ποντάρισε 10 σεντς στον<br /><br />αριθμό 013 -το θυμάμαι σαν να είναι τώρα- και με είδε που τουρτούριζα. Έβγαλε τότε το σακάκι του και το 'ριξε στους ώμους μου. Τις επόμενες μέρες συνέχισε να κάνει την ίδια δουλειά. Ερχόταν με το σακάκι του στη , μου το 'δινε να το φοράω όσο καθόμουν εκεί και μετά το ξανάπαιρνε πίσω πριν φύγει για το σπίτι του. Αυτό κράτησε σχεδόν ένα μήνα μέχρι που αγόρασα δικά μου ρούχα.Ά<br /><br />-Περνούσα πολλές ώρες καθισμένος μπροστά στο τραπεζάκι μου. Το 'χα διακοσμήσει έτσι ώστε ν α κάνει εντύπωση και είχα ντύσει την επιφάνειά του με μια έγχρωμη φωτογραφία του παλατιού του Μπάγκιχαμ. Κάθε φορά που τέλειωνα τ' άφηνα σε κάποιο από τα μανάβικα για να μη το κουβαλάω μπρος πίσω. Η πελατεία μου απαρτιζόταν από τους υπαλλήλους των γύρω μαγαζιών, από περαστικούς κι από τις νοικοκυρές της περιοχής που έρχονταν τα πρωινά ειδικά και μόνο για ν' αγοράσουν λαχνούς. Απ' όλους τους πελάτες μου ξεχώριζα έναν Ήταν κάποιος κοντούλης, μικροκαμωμένος νέγρος με στραβό ποδάρι. Κάποτε τον ρώτησα τι θα 'κανε αν κέρδιζε.  Δε νομίζω ότι πίστευε σε τέτοια τύχη. Παρ' όλα αυτά ερχόταν κούτσα κούτσα κάθε πρωί, έριχνε πάνω στο τραπέζι μου τρία σεντς και μου 'λεγε:  Και κάθε φορά του απαντούσα : .  'Ομως αλλιώς τα θέλουν οι άνθρωποι, αλλιώς ο Θεός. Μέχρι τη μέρα που έγινα ελεγκτής και παράτησα το πόστο, ο ανάπηρος νέγρος δεν έλειψε ούτε μια φορά.Ά<br /><br />-Την πρώτη μέρα έβγαλα 100 δολάρια και κάτι ψιλά από τους περαστικούς που πήγαιναν στις δουλειές τους. 'Ήταν η εποχή που ο κόσμος δεν έπαιζε όπως τζογάρει σήμερα. Ποντάριζαν από 1 έως 5 σεντς. Όποιος ποντάριζε κόρι (15 σεντς) θεωρούνταν πολύ γερός παίκτης. Εκείνη την ημέρα έμαθα και κάτι πολύ σπουδαίο: δεν μπορείς να κάνεις τίποτε χωρίς κοντράτο. Το κοντράτο είναι μια συμφωνία για να μπορείς να κάνεις την οποιαδήποτε δουλειά, από το να  κάποιο μπάτσο μέχρι φόνο. Η συμφωνία κλείνεται αποκλειστικά και μόνο προφορικά για ευνόητους λόγους. Όμως στην επιχείρηση  ο λόγος σου είναι συμβόλαιο! Αν σου δώσω λεφτά και μου δώσεις το λόγο σου πως θα μου τα γυρίσεις μέσα στα χρονικά όρια που θα συμφωνήσουμε, έχω την απαίτηση να κρατήσεις την υπόσχεσή σου. Αν παραβείς το λόγο σου, οι συνέπειες που θα έχεις κυμαίνονται από πολύ κακές μέχρι... πάρε μέτρα για φέρετρο.Ά<br /><br />-Στις 8 το πρωί εκείνης της πρώτης μέρας -Δευτέρα ήταν νομίζω- ο αστυφύλακας που έκανε περιπολία στην περιοχή, ήρθε μέχρι το στέκι μου και αφού βεβαιώθηκε πως Δε μ' ενοχλούσε κανείς, έφυγε. Ποτέ δεν έμαθα πόσο χρέωνε ο μπάτσος την προστασία ή ποιος τον πλήρωνε. Πάντως από μένα Δε ζήτησε ποτέ δεκάρα. Από εκείνη την ημέρα μέχρι τα σήμερα, αν εξαιρέσεις τον καιρό της θητείας μου στον στρατό, δεν έχω κάνει ούτε μισής ώρας τίμια δουλειά.Ά<br /><br />-Μικρός ακόμη, εκτός από τους  ανακατευόμουνα και με χίλια δυο άλλα πράγματα. Ένα φεγγάρι, μαζί με μερικούς άλλους, κάναμε εφόδους στο Γραφείο Διευθύνσεως Τιμών στην 57η Οδό, στο Μανχάταν. Επειδή ήμουν μικρόσωμος, μπορούσα εύκολα να χώνομαι μέσα από τον γκισέ και να βουτάω με το τσουβάλι κουπόνια τροφίμων που περίμεναν εκεί για κάψιμο. Είχαμε αρπάξει από κει μέσα ίσαμε έναν τόνο: κουπόνια για ζάχαρη, κουπόνια για βενζίνη, κουπόνια για κονσέρβες, κουπόνια για ό,τι βάλει ο νους σου. Τα κλέβαμε, που λες, τα φέρναμε στο κέντρο της πόλης και τα πουλούσαμε στους κατά τα άλλα έντιμους και αξιότιμους πολίτες!Ά<br /><br />-Ένας τύπος που γνωρίζαμε είχε ένα φορτηγάκι μ' ένα βαρέλι στην καρότσα που<br /><br />χώραγε 50 γαλόνια βενζίνη. Πηγαίναμε λοιπόν και σταματούσαμε δίπλα σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα και μεταγγίζαμε βενζίνη από τα ρεζερβουάρ τους στο<br /><br />βαρέλι του φίλου μας.  Άλλες φορές πάλι σηκώναμε τ' αμάξια μ' έναν γρύλο και κλέβαμε τα λάστιχά τους. Κάναμε ό,τι περνούσε από το χέρι μας και φαντάσου ότι στην τρυφερή ηλικία των 11 χρόνων οικονομούσα εβδομήντα με εκατό δολάρια την<br /><br />ημέρα. Όταν είσαι τόσο φτωχός όσο ήμουν εγώ τότε, έχεις μιαν απλή αρχή: κάνεις οτιδήποτε σου τύχει προκειμένου να επιβιώσεις.Ά<br /><br />-Το ότι ήμουνα ο ντόπιος  της τοπικής οργάνωσης που έπαιζε τους<br /><br /> ήταν κοινό μυστικό. Ποιος νόμιζαν ότι τους τσέπωνε τα ωραία τους λεφτά; Η υποκρισία, που μου δίνει στα νεύρα σήμερα, υπήρχε και τότε.Μερικοί<br /><br />Φαρισαίοι έλεγαν , κι ύστερα έβαζαν το χέρι στην τσέπη για ν' αγοράσουν από μένα τους λαχνούς τους. Χωρίς τις καθημερινές τους συνδρομές, φυσικό είναι πως δε θα υπήρχα ούτε εγώ ούτε το  μου, επομένως θα ήμουν αναγκασμένος να βρω κάποια άλλη απασχόληση. Ποτέ δε θα ξεχάσω αυτούς τους ανθρώπους. Όλοι τους μου κοπανούσαν το ίδιο μαλακισμένο τροπάρι, , όμως  _τι τα θες;_ κανένας δε βρέθηκε να μου πει, . Μπα! Ποτέ κανείς τους δε μου 'πε κάτι τέτοιο. Έτσι κι εγώ έμαθα τη δικιά<br /><br />μου τέχνη. Τα δεκατέσσερά μου ήταν ένας πολύ σημαντικός σταθμός στη ζωή μου.<br /><br />Παράλληλα με την επιτυχία μου σαν λαχνοπώλης είχα και την πρώτη μου σεξουαλική εμπειρία. Την έλεγαν Μάρτζι και ήταν 19 χρόνων. Ένα πολύ καθωσπρέπει κορίτσι  Είχε κοντά, καστανά μαλλιά, γλυκό προσωπάκι και τεράστια βυζιά. Απ' ότι έμαθα αργότερα, δεν ήμουνα εγώ προσωπικά που της είχα προξενήσει κάποια ιδιαίτερη εντύπωση. Απλώς ήταν η  της τέτοια, να τα φτιάχνει με αγόρια που 'χαν τη φήμη του σκληρού καρυδιού. Και να σου πω, υπάρχουν πολλές τέτοιες γκόμενες. Το νταραβέρι με κακοποιά στοιχεία φαίνεται τις γλυκαίνει ανάμεσα στα σκέλια!Ά<br /><br />-Η Μάρτζι κι εγώ είχαμε βγει κάμποσες φορές έξω, χωρίς όμως να συμβεί τίποτα μεταξύ μας. Προσωπικά δεν έβλεπα την ώρα να χουφτώσω τις βυζάρες της αλλά βλέπεις λόγω απειρίας δεν ήξερα από που ν' αρχίσω! Ένα βράδυ πήγαμε στο σπίτι της ν' ακούσουμε στο ραδιόφωνο μια εκπομπή με τον Μπομπ Χόουπ. Οι γονείς της έλειπαν διακοπές κι έτσι είχαμε όλο το σπίτι στη διάθεσή μας. Όταν τελείωσε η εκπομπή αποφάσισα να κάνω ένα ντους -βλέπεις ποτέ δεν είχαμε ζεστό νερό στο σπίτι μας- κι όταν βγήκα τη βρήκα να με περιμένει με μια πετσέτα στα χέρια. Ήτανε<br /><br />η πρώτη φορά στη ζωή μου που κάποια γυναίκα μ' έβλεπε γυμνό, εκτός από τη μάνα μου. Προσπάθησα όσο μπορούσα να μη χάσω την ψυχραιμία μου. Την άφηνα να με πασπατέψει για λίγο. Μετά μπήκε και αυτή στο μπάνιο. Μόλις είχα αρχίσει να ντύνομαι, όταν μπήκε πάλι στο δωμάτιο τελείως γυμνή. Με τη σειρά μου κι εγώ πρώτη φορά που έβλεπα γυμνή γυναίκα, εκτός από τα περιοδικά. Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι κι άρχισε να μου χαϊδεύει ολόκληρο το κορμί. Μέχρι τα τότε ό,τι ήξερα περί σεξ, ήταν όσα είχα ακουστά από δω και από κει. Πάντως τα κατάφερα να μη τα χάσω. Τελικά, έχωσε τη γλώσσα της στ' αυτί μου και τότε άναψα και πήρα φόρα.... Αυτό ήταν.Ά<br /><br />-Εξακολούθησα να τη βλέπω για ένα χρόνο και... μου 'μαθε πολλά!! Όταν έγινα 15 χρόνων είχα ήδη αρχίσει να βαράω ανθρώπους για το χρήμα. Την ίδια περίπου εποχή είχα γίνει ελεγκτής στους λαχνοπώλες της περιοχής μου και κέρδιζα μια μικρή περιουσία σε σύγκριση με τα λεφτά που οικονομούσα  παλιότερα. Δουλειά μου, σαν ελεγκτής, ήταν να γυρνάω και να μαζεύω τις εισπράξεις των άλλων που είχαν στέκια κι έπαιζαν τους  με τον κοσμάκη. Δίπλωμα οδήγησης δεν είχα, αλλά παρ' όλα αυτά, οδηγούσα ένα ωραίο αμάξι για να κάνω τη δουλειά μου πιο γρήγορα. Εξακολουθούσα να κρατάω τη γερή πελατεία της γωνιάς Τζένινγκς και Γουίλκινς, αλλά είχα βάλει άλλον στο παλιό πόστο μου να μαζεύει τις πενταροδεκάρες. Είχα σαράντα  που δούλευαν για μένα και έπαιρνα το 10% επί των εισπράξεών τους συν 35% από τους δικούς μου πελάτες (τα υπόλοιπα πήγαιναν στον<br /><br />συντονιστή, τ' αφεντικό της ντόπιας οργάνωσης) _ δηλαδή κέρδιζα γύρω στα 500<br /><br />δολάρια ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ κι όλ' αυτά στα 15 μου χρόνια!Ά<br /><br />-Σαν αντάλλαγμα γι' αυτό το 10%, είχα την ευθύνη του . Έκλεινα συμφωνίες και  τους αστυνομικούς και στην περίπτωση που τσάκωναν<br /><br />κάποιον από τους ανθρώπους μου, πλήρωνα φίφτι-φίφτι μ' αυτόν τα έξοδα του<br /><br />δικηγόρου του. Δούλεψα σαν ελεγκτής περίπου δυο χρόνια και σ' αυτό το διάστημα έκανα και τον νούμερο ένα φόνο μου, για τον οποίο θα σου μιλήσω ύστερα. Μετά η καριέρα μου σταμάτησε ξαφνικά. Τρεις Ιταλιάνοι από το Φόρντχαμ, είδαν ότι τα πήγαινα μια χαρά κι ότι ήμουνα νέος. Ήλθαν λοιπόν μια μέρα κι έτσι στα καλά καθούμενα μου ανακοινώνουν ότι αποφάσισαν να με κάνουν συνεταίρο τους. Δηλαδή να με κάνουν συνεταίρο τους στη δική μου δουλειά!! Βέβαια, μπορούσα να πάω στους πιο πάνω από μένα και να τους πω ότι έχω φασαρίες, αλλά άμα φέρεσαι σαν<br /><br />χέστης, τ' αφεντικά σε κοιτάζουν με μισό μ άτι κι αρχίζουν να την ψυλλιάζονται πως δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα μονάχος σου και να σε  για μπουνταλά και φλούφλη. Θα καθάριζαν για πάρτη μου, το δίχως άλλο, αλλά οι πιθανότητες προαγωγής μου θα έπεφταν στο μηδέν! Φυσικά ούτε λόγος πως θ' άφηνα να χάσω έτσι άδοξα 500 πράσινα την ημέρα. Δε μου το επέτρεπαν κι οι περιστάσεις, αφού ότι<br /><br />οικονομούσα τα έκανα άνεμο. Έδινα μερικά φράγκα στο γέρο μου και τα υπόλοιπα τα ξόδευα στον τζόγο ή με όποιο τρόπο μπορεί να βάλει ο νους σου. Έτσι πήγα μια μέρα στους Ιταλούς και τους είπα: .Ά<br /><br />-Μου λέει ένας από αυτούς, , κι εγώ του τράβηξα μια γροθιά και χάλασα το δικό του. , τους είπα, <br />θα σας μαυρίσω στο ξύλο. Μη μου κολλάτε. Πάρτε δρόμο και μακριά από μένα&gt;.<br /><br />Για κακή τους τύχη, δεν πήραν τα λόγια μου τοις μετρητοίς. Μετά από δυο βδομάδες όπως βάδιζα στο δρόμο κατάλαβα πως είχα παρέα. Κάποιοι έρχονταν ξοπίσω μου. Σταμάτησα σ' ένα κατάστημα που πουλούσε είδη σπορ κι αγόρασα ένα ρόπαλο του μπέιζμπολ που ζύγιζε 32 ουγκιές. Βγήκα από το μαγαζί και τράβηξα κατευθείαν για την απέναντι μεριά του δρόμου, κραδαίνοντας το ρόπαλο. Χωρίς να πω κουβέντα άρχισα να τους κοπανάω όπου έβρισκα. Από πάντα δούλευα το ρόπαλο με μαεστρία κι εξαιρετική δύναμη στ' αριστερά χτυπήματα. Τους έκανα κιμά. Έσπασα χέρια, πόδια, έσπασα παΐδια, έσπασα κεφάλια και έπειτα -για καλή μου τύχη- φάνηκε ένας μπάτσος. Αυτό στη γλώσσα των νομικών  λέγεται . Στο δικαστήριο, τα τρία πουλάκια φυσικά δεν άνοιξαν το στόμα τους, αλλά ήδη είχα πολύ κακή φήμη και οι μπάτσοι με είχαν πιάσει επί τω έργω. Ο δικαστής με δίκασε σαν ανήλικο και μ' άφησε να διαλέξω ανάμεσα σε 4 χρόνια στ ο κρατικό αναμορφωτήριο της Ελμίρα στη Νέα Υόρκη και το στρατό! Κείνη την ημέρα, για ευνόητους λόγους, πήρε τέλος η .Ά<br /><br />-Ο στρατός μ' άρεσε γιατί μ' έμαθε να σκέπτομαι υπεύθυνα. Μάλιστα μ' άρεσε τόσο πολύ, που μ' έκαναν τέσσερις φορές λοχία και λέω τέσσερις γιατί άλλες τρεις μ' είχαν ξηλώσει και μ' είχαν κάνει απλό φαντάρο. Συνήθως έτρωγα καμπάνες για τα πιο ηλίθια παραπτώματα. Π.χ. μας έδιναν ένα μακρύ κατάλογο όπου αναφέρονταν τα ονόματα διάφορων οργανώσεων κι ύστερα μας ζητούσαν να συμπληρώσουμε αν ανήκουμε σε κάποια απ' αυτές που 'χαν σαν στόχο τους την ανατροπή της Αμερικάνικης Κυβέρνησης. Εγώ έβαζα,  και τότε με πήγαιναν καροτσάκι σε κάποιον συνταγματάρχη. Τότε εγώ τους έλεγα: . Τώρα που το σκέπτομαι, λέω τι μαλάκας που ήμουν, όμως τότε μου φαινόταν πολύ αστείο.Ά<br /><br />-Όμως πάνω απ' όλα ο στρατός μου 'μαθε ένα επάγγελμα. Ήμουνα τυφεκιοφόρος και με το που πήρα τ' απολυτήριο, ήξερα να χειρίζομαι πολλούς τύπους όπλων. Ακόμα μ' έμαθε να σκέπτομαι: να μην κάνω μια κίνηση πριν έχω καταστρώσει κάποιο σχέδιο. Υπηρέτησα στο Φορτ Ντιξ, στο Φορτ Μπένινγκ και τέλος στην Κορέα. Πήρα το βάπτισμα του πυρός στη μάχη του Τσο-Σιν. Κάναμ σε αντιπερισπασμό για να διευκολύνουμε την απαγκίστρωση της πρώτης ταξιαρχίας των πεζοναυτών. Οι κίτρινοι τους είχαν στριμώξει για τα καλά εκεί πέρα, οπότε ορμήσαμε εμείς και κρατήσαμε τους βρομιάρηδες για πέντε μέρες περίπου, στο Γιουλού, μέχρι που μείναμε από πυρομαχικά. Ποτέ δεν  θα ξεχάσω τη στιγμή που μας διέταξαν να τα παρατήσουμε και να πάρουμε μαύρο δρόμο. Μου 'χαν περισσέψει γύρω στις 5 σφαίρες και κοίταζα τριγύρω να βρω κανένα Τόμσον ημιαυτόματο, όταν οι αξιωματικοί μας είπαν να φύγουμε. Το 'βαλα στα πόδια κι άρχισα να τρέχω σαν λαγός. Δε φοβάμαι τη μάχη, αλλά δεν μπορείς να πολεμήσεις κάποιον μ' άδεια όπλα. Έτρεχα του καλού καιρού τραβώντας κάπου νότια, όταν είδα κάποιον πεσμένο φαρδύ πλατύ στην άκρη του δρόμου. Όπως πέρασα τρέχοντας κατοστάρι από πλάι του λαχανιάζοντας κι αγκομαχώντας σαν ατμομηχανή και μ' όλα μου τα μέλη να πονάνε από το πολύ τρέξιμο, τον άκουσα να φωνάζει από πίσω μου: . Έβαλα τέτοια<br /><br />γέλια, που απ' τη μια στιγμή στην άλλη, βρέθηκα ξαπλωμένος σ' ένα χαντάκι!Ά<br /><br />-Ένα άλλο πράγμα που μου 'μαθε ο στρατός, ήταν η πίστη κι η αφοσίωση στη<br /><br />φιλία. Απ' την αρχή της βασικής εκπαίδευσης, έγινα κολλητός με δυο άλλους. Ο ένας ήταν α πό τη Βοστόνη, επαγγελματίας κλέφτης, κι ο άλλος ένας σκληρός και αμίλητος τύπος από το Οχάιο. Γίναμε τριάδα ομοούσια και αχώριστη. Γυρνάγαμε μαζί, τα βάζαμε μ' όλο τον κόσμο και προσέχαμε ο ένας τον άλλο. Στην τελευταία μας αποστολή ο φίλος απ' τη Βοστόνη σκοτώθηκε από τη σφαίρα ενός κιτρινιάρη. Οποιοσδήποτε άλλος και να 'ταν θα τον είχα παρατήσει εκεί που είχε σωριαστεί, όχι όμως το φίλο μου. Έπρεπε να τον φέρω στη βάση μας.Εγώ και το παιδί απ' το Οχάιο τον κουβαλήσαμε εναλλάξ στις πλάτες 70 μίλια, _ναι, επτά μηδέν μίλια!_, μένοντας κάμποσες μέρες πιο πίσω από τους άλλους. Για μένα, η ανθρώπινη ζωή δεν έχει καμιά ιδιαίτερη αξία, πόσο μάλλον ένα πτώμα, αλλά εμείς οι τρεις είχαμε ξεκινήσει μαζί και μαζί έπρεπε να τελειώσουμε. Στη μάχη δε φοβήθηκα ποτέ, αλλά ήμουν ανήσυχος. Αυτό το συναίσθημα κατάφερα σιγά σιγά να το κοντρολάρω. Έτσι έμαθα να δρω πολύ προσεκτικά, όταν το περιβάλλον γύρω μου δε μου είναι 100% γνώριμο.Ά<br /><br />-Δεν ένιωθα και πολύ άσχημα στο στρατό. Παραλίγο, μάλιστα, να γινόμουν<br /><br /> και τότε... θεούλη μου, τι φρούτο θα 'χανε ο υπόκοσμος! Μια μέρα,<br /><br />όπως γυρίζαμε μ' ένα φίλο μου από μια επιδρομή, πέσαμε πάνω σ' ένα συνταγματάρχη δικό μας, που τον είχαν στη μέση και τον τραβολογούσαν τρεις<br /><br />Βορειοκορεάτες. Του 'χαν τσακίσει τα παΐδια στο ξύλο και τον πήγαιναν πιο<br /><br />κάτω για να τον περιποιηθούν ακόμη καλύτερα. Όμως τους χαλάσαμε τα σχέδια<br /><br />στέλνοντάς τους στον άλλο κόσμο. Μια κι ο τύπος δεν μπορούσε να σταθεί στα<br /><br />πόδια του, έπρεπε να τον κουβαλήσουμε στην πλάτη. Ήτανε μια απόσταση 15 μιλίων μέχρι τις γραμμές μας, αλλά μ' όλους αυτούς τους κιτρινιάρηδες που παραμόνευαν κρυμμένοι στους θάμνους και τις ρεματιές κάναμε 6 μέρες. Στο διάστημα αυτό πιάσαμε φιλίες με τον Συνταγματάρχη.Ά<br /><br />ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΥΟ :<br />Η ΑΥΤΗΣ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΗΣ  Η  ΣΥΜΜΟΡΙΑ<br /><br /> <br /><br /> <br /><br /> <br />-Μια μέρα καθόμουν στην πιτσαρία του Sunny και διάβαζα την Νταίηλυ Νιούζ της Νέας Υόρκης, όταν ήρθε και κάθισε στο τραπέζι μου κάποιος γνωστός μου<br /><br /> <br />που έπαιζε τους  για να με ρωτήσει αν ήθελα να ποντάρω μαζί του.<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/8628754684261141103-6594257716737508076?l=amiaoulis.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2010/06/28/%ce%97_%ce%b1%cf%85%cf%84%ce%bf%ce%b2%ce%b9%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%b1_%ce%b5%ce%bd%cf%8c%cf%82_%cf%80%ce%bb%ce%b7%cf%81%cf%89%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%85_%cf%86%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ac_%ce%9d%ce%bf.3</id>
		<author><name>Neptunus</name></author>
		<title>All in one: Η αυτοβιογραφία ενός πληρωμένου φονιά Νο.3</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2010/06/28/%ce%97_%ce%b1%cf%85%cf%84%ce%bf%ce%b2%ce%b9%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%b1_%ce%b5%ce%bd%cf%8c%cf%82_%cf%80%ce%bb%ce%b7%cf%81%cf%89%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%85_%cf%86%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ac_%ce%9d%ce%bf.3"/>		
		<updated>2010-06-28T17:51:00-04:00</updated>
		<published>2010-06-28T17:51:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	18   Γενάρη    1973<br /><br />-ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑ: <br /><br /> -; (αναφέρεται στην ταινία) Σιγά τη μαλακία!!&gt;<br /><br />        -Χρόνια τώρα ο κινηματογράφος, η τηλεόραση, τα βιβλία και οι εφημερίδες δεν κάνουν τίποτα άλλο απ' το να δίνουν μια λαθεμένη εικόνα για τους ανθρώπους του υποκόσμου. Αν κάποιος πίστευε έστω και τα μισά απ' όσα έβλεπε στον κινηματογράφο ή διάβαζε στις διάφορες φυλλάδες για μας, σίγουρα θα 'φτανε στο συμπέρασμα ότι ο υπόκοσμος αποτελείται από ένα μάτσο σκληρά παλικάρια που άλλη δουλειά δεν έχουν από το να απειλούν όλη την ώρα κάποιον ταλαίπωρο ιδιοκτήτη ζαχαροπλαστείου, μ' εκείνη τη χαρακτηριστική τους ιταλική προφορά του<br /><br />Μπρονξ, ν' απαυτώνουν ωραίες γκόμενες, να συναντιούνται με μεγάλα πρόσωπα<br /><br />και ν' αλληλοσφάζονται. Αυτά όλα απέχουν πολύ από την αλήθεια. Στην ουσία πολύ λίγα μέλη του υπο κόσμου μιλούν με ιταλική προφορά.Ά<br /><br />-Όσο για τ' άλλα; Ε, ούτε αυτά ανταποκρίνονται τόσο πολύ στην πραγματικότητα. Αρκετοί από τους ανθρώπους του υποκόσμου δεν είναι δα και τόσο σκληροτράχηλοι, πολλές από τις γκόμενες είναι παχουλές και πάσχουν από κυτταρίτιδα, οι άνθρωποι που συναλλασσόμαστε είναι πολύ καθημερινοί, οι πιο πολλοί από μας σκοτώνουμε τις ελεύθερες ώρες μας μπροστά στην τηλεόραση του σπιτιού μας και λύνουμε τους<br /><br />λογαριασμούς μας με το πιστόλι μόνο όταν τα πράγματα έχουν φτάσει στο απροχώρητο. Στην ουσία η εικόνα που έχει δημιουργηθεί στον κόσμο για μας,<br /><br />από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, απέχει πολύ απ' την πραγματικότητα. Αυτό το<br /><br />ξέρω, γιατί επί τριάντα χρόνια δουλεύω στον υπόκοσμο.Ά<br /><br />-Το Οργανωμένο Έγκλημα βασικά έχει πολύ χαλαρή οργάνωση, αλλά πολύ στερεή<br /><br />δομή. Έχουμε το δικό μας κοινωνικό σύστημα κι ακριβώς επειδή δεν μπορούμε<br /><br />να κάνουμε χρήση του παραδοσιακού νομικού συστήματος, έχουμε δημιουργήσει<br /><br />το δικό μας αστυνομικό σώμα που αναλαμβάνει και διευθετεί τα εσωτερικά μας<br /><br />προβλήματα. Να λοιπόν κι ο ρόλος που παίζω εγώ μέσα στον υπόκοσμο: είμαι<br /><br />ένα είδος χωροφύλακα! Κάθε μέλος του οργανωμένου εγκλήματος μπορεί να είναι<br /><br />ικανό για πολλά πράγματα, πλην όμως, ο καθένας μας έχει μια συγκεκριμένη<br /><br />ιδιότητα σε κάποιον συγκεκριμένο τομέα. Άλλοι τα καταφέρνουν μια χαρά στη διοργάνωση στοιχημάτων, άλλοι είναι σαΐνια στο λαθρεμπόριο. Εγώ σκοτώνω! Ο<br /><br />επίσημος τίτλος μου είναι  και μέχρι τώρα έχω στο ενεργητικό μου 38 , 35 επί πληρωμή και 3 για λόγους εκδίκησης. Ποτέ δεν έχω σκοτώσει αθώο άνθρωπο. Μπορεί να 'χω στραπατσάρει μερικούς έτσι για να τους υπενθυμίσω ότι πρέπει να ξοφλάνε τα χρέη τους. Πάντως και οι 38 που έχω καθαρίσει ήταν όλοι τους μέλη του υποκόσμου.Ά<br /><br />-Υπάρχουν επίπεδα ή κατηγορίες συμμετοχής στη δομή του Οργανωμένου Εγκλήματος. Αν είσαι κράχτης, λόγου χάρη, κλείνεις στοιχήματα. Αυτή είναι η<br /><br />κατηγορία σου. Ή μπορεί πάλι να έχεις ειδικευτεί στη διάθεση κλοπιμαίων ή στην τοκογλυφία. Εγώ δεν έχω ενδοιασμούς να κάνω το οτιδήποτε γιατί όλοι ξέρουν ότι τραβάω τη σκανδάλη, γεγονός που με  σε πολύ ψηλότερη και πιο ευυπόληπτη κατηγορία! Αυτό που κάνω ούτε καν τ' ονομάζω έγκλημα. Για μένα είναι ένας τρόπος να βγάζω το ψωμί μου. Είναι μια δουλειά! Το επάγγελμά μου. Πάντως έχω κι άλλες ασχολίες. Κάνω λαθρεμπόριο ναρκωτικών και τσιγάρων, κλέβω φορτηγά, πουλάω στη μαύρη αγορά αρώματα, δίσκους και μαγνητοκασσέτες, κάνω τον μπράβο, διευθύνω χαρτοπαίγνια, καταχωρώ στοιχήματα, κάνω πορνογραφικές ταινίες, βρίσκω πελάτες για τους τοκογλύφους, πασάρω κλεμμένα αντικείμενα κ.τ.λ..<br /><br />-Πάντως η ειδικότητά μου είναι να σκοτώνω ή όπως το λέμε στη γλώσσα μας να<br /><br />χτυπάω ανθρώπους στο κεφάλι. Σήμερα είμαι ένας από τους πιο τρομερούς<br /><br />δολοφόνους σ' αυτή τη χώρα Έχω τη φήμη ότι κάνω παστρικά και γρήγορα τη<br /><br />δουλειά μου καταφέρνοντας να ξεπεράσω όσα εμπόδια κι αν βρεθούν στο δρόμο<br /><br />μου. Η συνταγή της επιτυχίας μου είναι απλή: τα παίζω όλα για όλα. Δε με νοιάζει αν ζήσω ή αν με φάνε. Αν είναι να ζήσω, έζησα, αν είναι να με φάνε, ε, Θεός σχωρέσ' τα πεθαμένα μου: αυτό είναι όλο. Ύστερα από τόσα χρόνια σ' αυτή τη δουλειά, έχω συνηθίσει. Αυτό που σου λέω δεν είναι λόγια του αέρα κι οι άνθρωποι του σιναφιού μου που το ξέρουν καλά με τρέμουν. Η βία δε μου κάνει καμιά ιδιαίτερη αίσθηση.<br /><br />Αντίθετα, ύστερα από μια ολάκερη ζωή μου 'χει γίνει δεύτερη φύση. Άρχισα να κάνω αυτή τη δουλειά όταν κατάλαβα πως θα μου εξασφάλιζε αυτά που ζητούσα. Όταν είδα πως θα κέρδιζα τα λεφτά που ονειρευόμουνα να κερδίσω. Γι' αυτό λοιπόν ας μη μιλάμε για τύψεις και πράσιν' άλογα. Το έγκλημα και ο κόσμος του μου 'δωσαν ψωμάκι να φάω. Και μάλιστα τι ψωμάκι; Παντεσπάνι!Ά<br /><br />-Το έγκλημα αφήνει λεφτά κι όποιος πει το αντίθετο είναι για δέσιμο. Λοιπόν άκου κάτι, αυτή τη στιγμή είναι πολύ περισσότεροι οι κακοποιοί -έτσι δεν τους λέτε;-<br /><br />που κυκλοφορούν σαν τα λεύτερα πουλάκια με τις τσέπες τους γεμάτες λεφτά από<br /><br />κείνους που 'ναι στην .Ά<br /><br />-Ο τύπος που καταλήγει στη φυλακή -τις περισσότερες φορές- είναι κάποιο χαζοπούλι που προσπάθησε να στριμώξει κανέναν ηλικιωμένο, να βιάσει καμιά γκόμενα ή να ληστέψει κάποιο μπακάλικο της κακιάς ώρας. Προσπαθεί με τα ψέματα να πιάσει την καλή και καταλήγει να το φάει το μαύρο φίδι! Τον επαγγελματία κακοποιό δεν τον στριμώχνεις εύκολα. Γιατί; Επειδή δεν πάμε γυρεύοντας να τα βάλουμε με τον τίμιο και ταλαίπωρο κοσμάκη. Αφήνουμε τους άλλους να έρθουν να μας βρουν!Ά<br /><br />-Όπως τα υπολογίζω θα πρέπει να 'χω κερδίσει στη ζωή μου ίσαμε 4 εκατομμύρια δολάρια! Μ' άλλα λόγια μια ολάκερη περιουσία. Για την εφορία είμαι ένας φουκαράς πλασιέ γυναικείων καλλυντικών. Με κρατάει στα βιβλία του ένας φίλος μου και κάθε<br /><br />βδομάδα του υπογράφω ένα τσεκ ανάλογο με το ποσοστό φόρου που προβλέπει ο νόμος για τα έσοδα της υποτιθέμενης δουλειάς μου. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί ότι έχω οικονομήσει τόσα λεφτά και πάνω απ' όλους οι γείτονές μου. Δεν κάνω τη μεγάλη ζωή, δεν κυκλοφορώ μ' αστραφτερές Κάντιλακ. Οδηγώ κάποιο άνετο τελευταίο μοντέλο, δε γυρνάω στα καμπαρέ. Το χούι μου είναι ο τζόγος, δυστυχώς. Ποντάρω με γάλα στοιχήματα και τις περισσότερες φορές έχω χασούρα. Είμαι τρομερός ατζαμής. Είναι ζήτημα αν το άλογο που ποντάρω καταφέρει να τελειώσει την κούρσα στα τέσσερά του πόδια! Έτσι λοιπόν να πού πάει το χρήμα που βγάζω απ' τη  μου. Απ' όλα αυτά τα λεφτά πρόλαβε η γυναίκα μου να βάλει μια γερή μπάζα στην άκρη. Στη δουλειά που κάνω δυο πράγματα έχω μάθει καλά: να φροντίζω τη γυναίκα μου και να μη λέω ψέματα στο δικηγόρο μου, γιατί για μένα -και τους όμοιούς μου- αυτά τα δύο πρόσωπα είναι τα πιο σημαντικά πάνω στη γη. Κάθε φορά που πιάνω ζεστά λεφτά στα χέρια μου, δίνω μερικά στη γυναίκα μου και ξέρω καλά πως κάπου θα πάει να τα καταχωνιάσει. Δεν ξέρω πού θα τα κρύψει, αλλά είμαι σίγουρος ότι κάπου θα βρει να τα κρύψει. Αυτά τα λεφτά είναι σαν ένα είδος ασφάλειας για την περίπτωση που κάποιος θα μου φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι ή θα πεθάνω από γηρατειά. Όταν πηγαίνω κάπου μακριά θέλω να ξέρω πως η κυρά μου είναι ασφαλισμένη. Παράλληλα αυτά τα φυλαγμένα λεφτά θα χρησιμοποιηθούν στη ν<br /><br />περίπτωση που με τσακώσουν και χρειάζομαι να πληρώσω εγγύηση. Ά<br /><br />-Καμιά φορά δένεσαι με τον δικηγόρο σου περισσότερο απ' ότι με τη γυναίκα σου. Στα τριάντα χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά, δεν έχω καταδικαστεί ούτε μια φορά. Μ' έχουν τραβήξει για ανάκριση σε δεκαεφτά τουλάχιστον περιπτώσεις φόνου (για την ακρίβεια μόνο στις τρεις απ' αυτές ήμουν μπλεγμένος). Εφτά φορές με έχουν τραβήξει μέχρι το πρωτοδικείο, τέσσερις φορές απαλλάχτηκα και τρεις με κράτησαν για παραπέρα δίκη. Σαν υπόδικος έχω περάσει αρκετό καιρό στις διάφορες φυλακές αυτής της όμορφης χώρας. Ποτέ όμως δεν είπα ψέματα στον δικηγόρο μου κι ούτε έχω καταδικαστεί ποτέ.Ά<br /><br />-Να λοιπόν γιατί σου λέω πως το οργανωμένο έγκλημα είναι μια όαση για μένα! Αν έπρεπε να ξαναρχίσω από την αρχή, νομίζω πως θα 'κανα τα ίδια πράγματα χωρίς την παραμικρή αλλαγή. Έζησα μια ζωή γεμάτη συγκινήσεις, ενδιαφέρον και χρήμα.Ά<br /><br />-Κανένας δε με υποχρέωσε να γίνω αυτό που έγινα. Το 38άρι-μου μου 'δωσε ψωμί και όλα όσα πόθησε η ψυχή μου. Η δουλειά  που κάνω με μεταμόρφωσε από αγρίμι που ήμουν στα νιάτα μου, σε ψύχραιμο και συνετό άνθρωπο της βίας.Ά<br /><br />-Άρχισα τις δοσοληψίες μου με το οργανωμένο έγκλημα απ' τα 11 μου χρόνια. Όχι φυσικά γιατί το επεδίωξα, αλλά γιατί δεν είχα και άλλη εκλογή. Τα παιδικά μου χρόνια δεν ήταν και τόσο σόι. Γεννήθηκα στη Νέα Υόρκη το 1932 και είμαι ο δευτερότοκος γιος μιας οικογένειας μεταναστών από την Ανατολική Ευρώπη. Ο πατέρας μου ήταν ένας αρκετά πετυχημένος μαυραγορίτης κι η μάνα μου ο χαρακτηριστικός τύπος της νοικοκυράς του Μπρονξ. Όταν τελείωσε η ποτοαπαγόρευση, ο γέρος μου άρχισε ν' ασχολείται με τους  (παράνομος τζόγος, συνδυασμός λοταρίας και προγνωστικών αποτελεσμάτων διαφόρων ομαδικών σπορ). Όταν τα οικονομούσε θυμάμαι που τα πράγματα πήγαιναν μια χαρά στο σπίτι. 'Οταν έγινα τεσσάρων χρόνων ο γέρος μου καθάρισε δυο ανθρώπους του Ντατς Σουλζ που πήγαν να του φάνε το πόστο. Τον έπιασαν και τον έκλεισαν φυλακή κι από τότε τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν την κάτω βόλτα. Τον ξαναείδα μετά από 6 ολόκληρα χρόνια.Ά<br /><br />-Η μάνα μου δεν είχε δουλέψει ποτέ, αλλά και εκτός αυτού, βρισκόμασταν στα μέσα της μεγάλης κρίσης. Προσπάθησε να βρει κάποια απασχόληση, αλλά στάθηκε αδύνατο. Έτσι άρχισαν οι πείνες γιατί με τα λίγα λεφτά που κατάφερνε να κλέβε ι ο μεγαλύτερος αδελφός μου αραιά και που, δεν μπορούσαμε να τα βγάλουμε πέρα. Έτσι η γριά μου αναγκάστηκε να με στείλει στο κρατικό ορφανοτροφείο. Εκεί μέσα αντιμετώπισα προβλήματα προσαρμογής. Αυτή η περίοδος ήταν η πιο μαύρη της ζωής μου. Το ίδρυμα, ένα κλασικό κρατικό χτίσμα φτιαγμένο από τούβλο, ήταν πήχτρα στα μυξιάρικα που κλαψούριζαν όλη μέρα. Όπου και να γύριζες το κεφάλι σου αντίκριζες κάποιο μικρό να τσιρίζει σαν δαιμονισμένο. Μ' όλη αυτή τη φασαρία τα βράδια δεν μπορούσα να κλείσω  μάτι. Μερικά χρόνια αφ' ότου έφυγα από κει γύρισα να δω το κτίριο, αλλά το 'χαν γκρεμίσει και στη θέση του βρισκόταν ένα πάρκινγκ. Πολιτική του ορφανοτροφείου ήταν να φροντίζει για την υιοθεσία από διάφορες οικογένειες όσο το δυνατόν μεγαλύτερου αριθμού παιδιών. Έτσι δεν έμεινα<br /><br />παρά μόνο οκτώ μήνες εκεί μέσα. Από τότε και μέχρι τα δέκα μου που γύρισα πάλι στο σπίτι μου την έβγαλα από υιοθεσία σε υιοθεσία.Ά<br /><br />-Το σύστημα της υιοθεσίας λειτουργεί αποδοτικά όταν αναλαμβάνει το παιδί κάποια οικογένεια που έχει στ' αλήθεια καρδιά και όρεξη να το αγαπάει και να το φροντίζει.<br /><br />Διαφορετικά; γάμησέ τα!  Μερικές οικογένειες αναλάμβαναν την υιοθεσία παιδιών μόνο και μόνο για να τσεπώνουν την κρατική επιχορήγηση, οπότε καταλαβαίνεις τι γινόταν. Σε πέντε χρόνια άλλαξα εννιά οικογένειες, άλλες καλές κι άλλες μαύρη συμφορά. Το πρόβλημα ήταν πως το ορφανοτροφείο δεν επέτρεπε την παραμονή ενός παιδιού πάνω από χρόνο στην ίδια οικογένεια, οπότε πάνω που άρχιζες να βολεύεσαι κάπου, τσουπ, σε έκαναν μπαλάκι και σε πάσαραν σε κάποιους άλλους.Ά<br /><br />-Μια από τις καλύτερες χρονιές της ζωής μου την πέρασα με μια οικογένεια στο 'Απερ Ιστ Εντ του Μανχάταν στη Γερμανική κοινότητα του Γιόρκβιλ. Με είχαν δώσει για υιοθεσία σ' ένα ζευγάρι Γερμανών μεταναστών που 'χαν μια κόρη τα διπλά χρόνια μεγαλύτερή μου. Ο άντρας ήταν καθηγητής μαθηματικών στη Γερμανία και η οικογένεια είχε τον τρόπο της από οικονομική άποψη. Όταν όμως αναγκάστηκαν να φύγουν, κυνηγημένοι από τους Ναζί, τα 'χασαν όλα και με τον ερχομό τους στην Αμερική έπρεπε ν' αρχίσουν απ' το μηδέν. Ο γέρος δεν τα κατάφερνε και τόσο άσχημα. Ήτανε ξύπνιος, δούλευε πολύ κι έτσι τα βόλευαν μια χαρά.Ά<br /><br />-Όταν καμιά φορά σκέπτομαι πόσο σκατένιοι είναι οι περισσότεροι άνθρωποι, φέρνω στο νου μου αυτούς τους Γερμανούς. Παρ' όλες τις σκοτούρες τους κατάφεραν ν' αναλάβουν και μένα και να με φροντίζουν σαν να ήταν οι πραγματικοί μου γονείς. Μου αγόραζαν ρούχα και παιχνίδια, πράγματα που μέχρι τότε ούτε στον ύπνο μου δεν τα 'χα δει, με πήγαιναν στους αγώνες του  μπέιζμπολ και μέχρι η κόρη τους ασχολιόταν και έπαιζε μαζί μου. Μ' αυτούς είχα βολευτεί μια χαρά, αλλά στο τέλος της χρονιάς ήρθε κάποιος της Πρόνοιας και με πήρε από κοντά τους.Ά<br /><br />-Μεγαλώνοντας κρατούσα κάποια επαφή μ' αυτούς τους ανθρώπους. Προσπάθησα<br /><br />πολλές φορές να τους ξεπληρώσω τα καλά που μου 'χαν κάνει, όμως ποτέ δεν τα κατάφερα. Όταν ο γέρος έπαθε μια κρίση ενδιαφέρθηκα για τη νοσοκομειακή του περίθαλψη και μόλις βγήκε, φρόντισα να μη του λείψει τίποτα στη διάρκεια της ανάρρωσής του. Για κάποιο διάστημα τους έστελνα δώρα πολύ τακτικά. Ποτέ δεν έμαθαν την πραγματική μου ιδιότητα, αλλά ήξεραν έτσι γενικά και αόριστα ότι είχα πιάσει την καλή. Γι' αυτούς έμεινα για πάντα το μικρό χαριτωμένο παιδάκι που έζησε<br /><br />κοντά τους ένα χρόνο. Αυτοί όμως ήταν οι καλύτεροι. Οι χειρότεροι ζούσαν σε μια παλιοσυνοικία της πόλης που 'ταν γνωστή με τ' όνομα . Κρατούσαν ένα διαμέρισμα με μια και μοναδική κρεβατοκάμαρα και μοιραζόμουνα ένα πτυσσόμενο κρεβάτι μαζί με το γιο τους. Την πρώτη μέρα μαζί τους έπιασα τον μικρό να ψαχουλεύει τα ρούχα μου που ήταν και το μοναδικό περιουσιακό μου στοιχείο. Γι' αυτό του ρίχτηκα με μανία και του 'δωσα τόσες, όσες μπορεί να δώσει ένα παιδί 7 χρονών. Εκείνη τη νύχτα ο γέρος του, που δούλευε στο τελωνείο, γύρισε στο σπίτι και έμαθε τα καθέκαστα. Μετά το βραδινό φαγητό μου κράτησε τα χέρια<br /><br />στην ανάταση κι άφησε το γιο του να μάθει μποξ βαρώντας με γροθιές στο στομάχι. Άρχισα να τσινάω σαν μουλάρι προς όλες τις κατευθύνσεις, αλλά δεν μπορούσα να ξεφύγω. Ένιωσα ένα φοβερό ψυχοπλάκωμα εκείνο το βράδυ Αισθάνθηκα μόνος, αβοήθητος κι απελπισμένος. Το πρωί έπιασα πάλι το μικρό και τον μούρλανα στο ξύλο. Αυτό το βιολί συνεχίστηκε για κάμποσο καιρό: Το πρωί τις έβρεχα στο μικρό και το βράδυ έτρεχα να κρυφτώ για να γλιτώσω από τον πατέρα, μέχρι που με ξανάστειλαν στο ορφανοτροφείο.Ά<br /><br />-Γύρισα σπίτι μου όταν είχα γίνει πια 10 χρόνων. Δε θυμάμαι ακριβώς, αλλά τόσο πρέπει να 'μουνα. Ο γέρος μου είχε βγει από τη φυλακή αλλά όλη την ώρα γύρναγε. Η γριά μου είχε πέσει άρρωστη. Βρισκόταν στο πρώτο στάδιο του καρκίνου και μέρα με τη μέρα την έβλεπα που έλιωνε σαν το κερί, μέχρι που έσβησε! Κάποτε ήταν μια υγιής γυναίκα με πολύ γερή κράση που ζύγιζε σωστά εβδομήντα τρία κιλά. Όταν πέθανε, ήταν μονάχα τριάντα δυο! Ο τρόμος και η κτηνωδία με συντροφεύουν από μικρό παιδί, αλλά ο θάνατος της μάνας μου, μέσα στους πόνους και την αγωνία, ήταν ό,τι χειρότερο είχαν δει τα μάτια μου. Απ' την ημέρα που κατάλαβε ότι έχει καρκίνο έζησε για τρία ολόκληρα χρόνια, μέχρι που έγινα δεκατεσσάρων. Παρακολουθώντας την να υποφέρει έγινα οπαδός της ευθανασίας. Αν ήμουν λίγο μεγαλύτερος σίγουρα θα την είχα αποτελειώσει με τα χέρια μου. Ένα χρόνο μετά το θάνατό της, πέθανε<br /><br />και ο πατέρας μου. Είχε αφεθεί στη μοίρα του και λίγο τον ένοιαζε αν θα ζούσε ή<br /><br />αν θα πέθαινε πολύ πριν τα τινάξει κι έτσι απλώς μια μέρα δεν ξανασηκώθηκε<br /><br />Ήξερε ότι είχα μπλέξει με τον υπόκοσμο αλλά ποτέ δε σχολίασε το θέμα. Στο κάτω κάτω εγώ συντηρούσα την οικογένεια. Τι μπορούσε να πει; Το μόνο πράγμα που μου είχε πει ήταν . Πεθαμένος δε μου 'λειψε όσο μου είχε λείψει ζωντανός!Ά<br /><br />-Με τον αδελφό μου συνδέθηκα όταν γύρισα σπίτι. Υπάρχει κάποιο περιστατικό που το θυμάμαι σαν να 'ταν χτες. Ήτανε μι α απ' τις σπάνιες μέρες που 'χαμε κρέας στο τραπέζι μας. Έπεσα με τα μούτρα στο δικό μου μερτικό και το 'κανα μια χαψιά. Ο αδελφός μου είδε πως πεινούσα ακόμα και κόβοντας ένα κομμάτι κρέας από το δικό του, το 'βαλε στο πιάτο μου. , μου 'π ε . Από κείνη τη στιγμή έγινε ο καλύτερος φίλος μου και από τότε οι<br /><br />σχέσεις μας είναι πολύ καλές. Μεγαλώνοντας έγινε ένας ευυπόληπτος μικροεπιχειρηματίας και τα φέρνει βόλτα μια χαρά. Ξέρει ότι είμαι ανακατεμένος με τον υπόκοσμο και πολύ πιθανόν να ξέρει και τι ακριβώς κάνω. Ποτέ δεν έχουμε πει κουβέντα πάνω σ' αυτό. Το μόνο που μου είπε ήταν δυο κουβέντες: , όταν ένα βράδυ με πήγε ως την εξώπορτα του σπιτιού του. Αυτό ήταν όλο. Μετά το θάνατο των γονιών μας, μείναμε μαζί για ένα περίπου χρόνο σ' ένα μικρό διαμέρισμα. Τότε όμως εκείνος αποφάσισε να παντρευτεί κι εγώ μετακόμισα σ' ένα<br /><br />επιπλωμένο τριάρι. Για πρώτη φορά ήμουν 100% ανεξάρτητος κι ελεύθερος να κάνω ότι θέλω. Ήμουν τότε 16 χρόνων.Ά<br /><br />-Στο μεταξύ είχα γίνει ξεφτέρι στους , αυθεντία αναγνωρισμένη από την<br /><br />τοπική οργάνωση. Είχα αρχίσει να δουλεύω από τα έντεκά μου χρόνια. Κάποιος ονόματι Τζό Μπάγκελς που με λυπήθηκε, επειδή η οικογένειά μου εκείνη την<br /><br />εποχή σχεδόν λιμοκτονούσε, με σύστησε στο μεγάλο αφεντικό, τον Σάμμυ Σλιτζ.<br /><br />Ο Σάμι με ρώτησε αν ήθελα να δουλεύω στους  κι εγώ του αποκρίθηκα<br />πως δε μου είχαν κάνει καλύτερη πρόταση στη ζωή μου.Ά<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/8628754684261141103-9088067455578611285?l=amiaoulis.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2010/06/28/%e0%a4%b9_%ce%b1%cf%85%cf%84%ce%bf%ce%b2%ce%b9%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%b1_%ce%b5%ce%bd%cf%8c%cf%82_%cf%80%ce%bb%ce%b7%cf%81%cf%89%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%85_%cf%86%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ac_%ce%9d%ce%bf.2</id>
		<author><name>Neptunus</name></author>
		<title>All in one: ह αυτοβιογραφία ενός πληρωμένου φονιά Νο.2</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2010/06/28/%e0%a4%b9_%ce%b1%cf%85%cf%84%ce%bf%ce%b2%ce%b9%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%b1_%ce%b5%ce%bd%cf%8c%cf%82_%cf%80%ce%bb%ce%b7%cf%81%cf%89%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%85_%cf%86%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ac_%ce%9d%ce%bf.2"/>		
		<updated>2010-06-28T17:46:00-04:00</updated>
		<published>2010-06-28T17:46:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	αυτής<br /><br />της περιπέτειας είναι τούτο το βιβλίο.Ά<br /><br />-Το , όπως συνήθιζε να το αποκαλεί, δεν είχε ποτέ τη φιλοδοξία να γίνει μια ακόμη απ' τις πολλές πυροτεχνικές εκδόσεις που υπόσχονταν ν' αποκαλύψουν πρόσωπα και πράγματα γύρω από τη Μαφία και το Οργανωμένο 'Εγκλημα βγάζοντας δήθεν στη φόρα μέχρι και τα κρυφά σημεία όπου ήταν θαμμένα τα διάφορα θύματα του υποκόσμου. Κι εδώ, σίγουρα, αναφέρονται ονόματα και βίαια περιστατικά, αλλά με μια διαφορετική πλοκή. Στόχος του βιβλίου είναι να δώσει μια εικόνα της καθημερινής ζωής του Οργανωμένου Εγκλήματος. Πώς  φέρ' ειπείν μια χαρτοπαιχτική λέσχη, πώς ποντάρει κανείς ένα στοίχημα, πώς βρίσκει ένα τοκογλύφο, πώς γίνεται το λαθρεμπόριο των ναρκωτικών, πώς κλέβεται ένα φορτηγό, πως  κάποιος. Είναι, όπως το χαρακτήρισε μια φορά ο Τζόι αστειευόμενος, , σ' ότι αφορά το Οργανωμένο<br /><br />'Έγκλημα και τις καλές υπηρεσίες που προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο. Είναι<br /><br />επίσης η ιστορία ενός , ενός ανθρώπου που πάλαιψε και πρόκοψε<br /><br />στη ζωή του, τουλάχιστον με την αμερικάνικη έννοια των όρων. Η αυτοβιογραφία<br /><br />ενός δολοφόνου. Με το που θα τελειώσετε το διάβασμα αυτού του βιβλίου θα<br /><br />έχετε καταλάβει ίσως πώς δουλεύει το μυαλό του. Θα σας έχει δώσει όλες<br /><br />τις εξηγήσεις γύρω από το πώς, κατά την κάθε άλλο παρά ταπεινή του γνώμη,<br /><br />τελικά το να σκοτώνεις επ' αμοιβή τους συνανθρώπους σου, μπορεί να αναγορευτεί απλώς σ' ένα είδος κερδοφόρας επιχείρησης, σε μια επαγγελματική δραστηριότητα με κάποιες _γιατί να το κρύψουμε άλλωστε;_ ιδιαιτερότητες, που ωστόσο δεν έχει σε τίποτα να κάμει με τις υπόλοιπες κοινωνικές εκδηλώσεις αυτού που το... ασκεί! Σαν να λέμε, ναι μεν δολοφόνος εξ επαγγέλματος, όμως κατά τ' άλλα χρυσό παλικάρι! Κάπως έτσι, φίλοι αναγνώστες.Ά<br /><br />-Σ' αυτές τις σελίδες ο Τζόι μας δίνει μια λεπτομερειακή περιγραφή του δικού του χτες και σήμερα. Μιλάει γι' αυτά που αγάπησε κι αυτά που  του μείνανε, τις αποτυχίες και τις επιτυχίες του.Ά<br /><br />-Το μόνο που λείπει είναι οι φόβοι του: απ' τη μέρα που τον συνάντησα μου τόνισε επανειλημμένα πως η λέξη φόβος δεν υπήρχε στο λεξιλόγιό του.Ά<br /><br />-Με την πάροδο του χρόνου, γίναμε φίλοι με τον Τζόι. Κατά καιρούς τον άκουγα να μου διηγείται τις ιστορίες του, , ή  κι ομολογώ ότι ήταν στιγμές που ένιωθα να χάνω την υπομονή μου και να πνίγομαι σε μια μαύρη θάλασσα φρίκης κι αποτροπιασμού. Αλλά σιγά σιγά άρχισα να ξεχωρίζω τον άνθρωπο που 'χα γνωρίσει και κατά κάποιο τρόπο συμπαθήσει από το βίαιο φονιά, του οποίου την ψυχολογία πάσχιζα να σκιαγραφήσω χωρίς πάθος και προκατάληψη. Παρακολουθώντας τον να παίζει με τα μικρά μου ανίψια, δυσκολευόμουνα να πιστέψω πως ήταν ικανός να κάνει τα τέρατα και τα σημεία που μου διηγούνταν.Ά<br /><br />-Υπήρχαν όμως και διαφορετικές στιγμές. Σ' ένα ρεστοράν στο Λος Άντζελες,<br /><br />όπου ήμασταν με μερικούς φίλους μου, ένας απ' αυτούς περίπου στην ηλικία<br /><br />μου, ρώτησε τον Τζόι πώς θα αντιδρούσε αν κάποιος από την παρέα του 'λεγε<br /><br />να πάει να γαμηθεί! Χωρίς δεύτερη κουβέντα, ο Τζόι άρπαξε ένα πιρούνι, το ζούληξε στο λαιμό του φίλου μου και του είπε:  Ο φίλος μου, φυσικά, είχε καταπιεί τη γλώσσα του. Ήτανε μια απ' τις κακές στιγμές του Τζόι. Αλλά κάτι τέτοια περιστατικά ήταν σπάνια. Άρχισα σιγά σιγά να πιστεύω ότι αυτό το βιβλίο θα χρησίμευε, κατά κάποιο τρόπο, σαν δήλωση μετανοίας του Τζόι για τα κακά που είχε κάνει Αυτός όμως έβλεπε το θέμα από τελείως διαφορετική σκοπιά!Ά<br /><br />-Μου είχε εξηγήσει πολλούς λόγους για τους οποίους τον ενδιέφερε η έκδοση<br /><br />αυτού του βιβλίου. Κανένας από αυτούς δεν ήταν αρκετά πειστικός, αλλά συνάμα ούτε εντελώς εκτός πραγματικότητας.  , μου 'πε μια φορά, με τη χαρακτηριστική προφορά του Μπρούκλιν, <br />του. Δε βγαίνουμε στους δρόμους  να πειράξουμε κανέναν έτσι στα καλά του<br /><br />καθουμένου κι αυτό πρέπει να το καταλά βουν όλοι&gt;.Ά<br /><br />-Σε μια άλλη συζήτηση, μου διατύπωσε την επιθυμία του ν' αποσυρθεί από το επάγγελμα. . Νομίζω<br /><br />πως υπάρχουν άλλοι λόγοι που τον κάνουν να ενδιαφέρεται για την έκδοση<br /><br />αυτού του βιβλίου. Ο Τζόι βλέπει να σωριάζεται γύρω του η παλιά δομή του<br /><br />υποκόσμου. Ο παραδοσιακός , παραβιάζεται κάθε μέρα που<br /><br />περνάει όλο και πιο συχνά. Έτσι θέλει να επωφεληθεί κι αυτός απ' την αθυροστομία που επικρατεί κι έχει αρχίσει να γίνεται μόδα στους κύκλους του Οργανωμένου Εγκλήματος και να βγάλει τ' απωθημένα του!Ά<br /><br />-Τελικά αυτό το βιβλίο δεν είναι παρά ένα μνημείο αφιερωμένο στον Τζόι, τα έργα και τις ημέρες του. Μια μαρτυρία ότι υπήρξε εδώ, ανάμεσά μας, και επέζησε. Είναι η ικανοποίηση του  του Τζόι, κι' ο Τζόι έχει ένα  τεράστιο σαν υπερωκεάνειο!...Ά<br /><br />-Κάποια στιγμή τον ρώτησα τι θα συνέβαινε, αν μαθευόταν στους κύκλους<br /><br />του υποκόσμου η πραγματική του ταυτότητα. Δε δίστασε να μου απαντήσει: <br />ανακαλύψουν ποιος είμαι , θα με `φάνε λάχανο'. Δεν υπάρχει η παραμικρή<br /><br />αμφιβολία γι' αυτό&gt;. Ίσως να τα παραλέει, ίσως όχι. Αλλά καλού-κακού έχει πάρει τα μέτρα του, ώστε να μην αποκαλυφτεί η πραγματική του ταυτότητα.Ά<br /><br />-Σε ορισμένες περιπτώσεις ο χρόνος και ο τόπος έχουν αλλαχτεί για να προστατευτεί ο ένοχος. Αν και στο βιβλίο ορισμένοι  από τους μεγαλόσχημους του υποκόσμου αναφέρονται με το πραγματικό τους όνομα και άλλοι με ψεύτικο, ίσως κάποιοι απ' αυτούς προς στιγμή αναγνωρίσουν ορισμένα περιστατικά και μπορέσουν να προσδιορίσουν τον συγγραφέα. Πάντως όχι ο πολύς κόσμος. Αυτοί που μπορεί να καταλάβουν κάτι θα είναι φίλοι και κατά τον Τζόι, οι φίλοι ποτέ δεν .Ά<br /><br />-Δεν μπορώ να πω ότι ξέρω πολλά πράγματα. Ξέρω μόνο όσα εκείνος ήθελε να<br /><br />μάθω για την αφεντιά του και τη δράση του. Οι ώρες που πέρασα μαζί του είναι αμέτρητες, παρ' όλ' αυτά, όπως προείπα, εξακολουθώ να μη γνωρίζω το πραγματικό του όνομα, πού μένει, πώς είναι η γυναίκα του ή πού πηγαίνει όταν φεύγει από το<br /><br />διαμέρισμά του.Ά<br /><br />-Η γνωριμία μου μαζί του επιτεύχθηκε μέσω ενός δημοσιογράφου του αστυνομικού ρεπορτάζ με μεγάλο κύρος, που γνώριζε τον Τζόι για πολλά χρόνια. Άλλοι ειδικοί του εγκλήματος που κλήθηκαν από τον εργοδότη μου να δώσουν τη δική τους μαρτυρία, μας επιβεβαίωσαν πως, πράγματι, πρόκειται για τον αληθινό .Ά<br /><br />-Οπουδήποτε πηγαίναμε μαζί, σκοντάφταμε πάνω σε ανθρώπους που είχαν δοσοληψίες μαζί του. Κάποτε είχα την επίσκεψη ενός φίλου όταν ξαφνικά ήρθε<br /><br />και ο Τζόι. , του είπε ο φίλος μου, αλλά ο Τζόι αντιγύρισε πως δεν<br /><br />τον γνώριζε. Ο φίλος μου επέμεινε και του υπενθύμισε πως πριν από χρόνια ο<br /><br />Τζόι του  τα στοιχήματά του. Αυτό ο Τζόι το θυμήθηκε.Ά<br /><br />-Στην Καλιφόρνια, στην επέτειο των γενεθλίων του, έδωσα ένα μικρό και ήσυχο<br /><br />πάρτι προς τιμή του και κάλεσα μερικούς στενούς μου φίλους σ' ένα μικρό και<br /><br />απόμερο εστιατόριο. Μπαίνοντας στο μαγαζί, ο μπάρμαν μόλις αντίκρισε τον<br /><br />Τζόι ήρθε και τον αγκάλιασε. Ο Τζόι τον είχε βοηθήσει κάποτε τσουβαλιάζοντας και πετώντας στο δρόμο με τις κλοτσιές έναν ταραχοποιό πελάτη.Ά<br /><br />-Κάποιο απόγευμα επρόκειτο να τον συναντήσω στη γωνία της λεωφόρου<br /><br />Λέξικγκτον και της 53ης οδού. 'Οπως πλησίαζα, είδα έναν ηλικιωμένο, ασπρομάλλη και πολύ καθωσπρέπει κύριο να κοντοστέκεται, ν' ανταλλάσσει χειραψία με τον Τζόι και να αν οίγει κουβέντα μαζί του για μερικά λεπτά. Κάθε άλλο παρά ο τύπος που θα περιμένει κανείς να τον δει να τα λέει μ' έναν επαγγελματία φονιά. Κάποιος φίλος; Κάποιος πελάτης; Συνεργός; Δεν τον ρώτησα, αλλά ούτε και ο Τζόι έδειξε καμιά διάθεση να μ' ενημερώσει.Ά<br /><br />-Τα λόγια κι οι σκέψεις σ' αυτό το βιβλίο είναι όλα του Τζόι  Έβαλα τα δυνατά μου για να μη παρασυρθώ και βάλω στο στόμα του τα δικά μου συναισθήματα. Σ' αυτές τις σελίδες αναφέρονται πράγματα με τα οποία Δε συμφωνώ. Λέει σ' ένα σημείο π.χ., . Βέβαια κάθε άλλο παρά πιστεύω αυτό του τον ισχυρισμό. Συγκεκριμένα λογοφέραμε πάνω σ' αυτό το θέμα, ωστόσο στο βιβλίο μεταφέρω ακριβώς ό,τι μου είπε. Αυτό το βιβλίο είναι δικό του.Ά<br /><br />-Αν και διαφωνούσαμε σχεδ όν σ' όλα, απ' τις εθνικές εκλογές μέχρι τον πόλεμο<br /><br />του Βιετνάμ και την οργανωμένη θρησκεία, ένιωθα σιγά σιγά να εντυπωσιάζομαι<br /><br />απ' αυτόν τον άνθρωπο, τη στιγμή που κανονικά θα έπρεπε να μου φέρνει αλλεργία.<br /><br />Είναι μια απ' τις πιο σύνθετες προσωπικότητ ες που γνώρισα στη ζωή μου. Αδίστακτος φονιάς, μα και συνάμα, αυθόρμητος, προσιτός, κοινωνικός, εύθυμος,<br /><br />εγωκεντρικός, καμιά φορά παράλογος, αλλά επί το πλείστον, φιλικός. Σε μια στιγμή που 'χα διάθεση για μαύρο χιούμορ, τον βάφτισα . Κι αυτό ακριβώς ήταν. Τα γεγονότα εδώ παρατίθενται όπως μου τα διατύπωσε ο Τζόι. Αρχικά, όπως μου εξήγησε, δεν πίστευε ότι υπήρχε κανείς που να φέρει επάξια τον τίτλο του ειδήμονα στα ζητήματα τα σχετικά με το Οργανωμένο Έγκλημα. , συνέχισε .Ά<br /><br />-<br />έχω δουλέψει&gt;, μας λέει ο Τζόι <br />αυτόν τον τομέα. Ότι κι αν σου 'λεγα θα 'ταν διαδόσεις κι εδώ, σ' αυτό το βιβλίο, δε θα καταπιαστούμε με φήμες και σκόρπια λόγια, αλλά με γεγονότα&gt;. Πάντως εγώ καλού κακού εξέτασα μερικά πράγματα απ' αυτά που μου 'λεγε για να δω κατά πόσο ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Σε μια περίπτωση μου είπε ότι υπήρχε στη Νέα Υόρκη μια  τοκογλύφων που διακινούσε στην πιάτσα κεφάλαια ύψους πενήντα εκατομμυρίων δολαρίων. Δεν τον πίστεψα. Μερικούς μήνες αργότερα η αστυνομία διέλυσε ένα τέτοιο δίκτυο και βρήκε πάνω τους 75 εκατομμύρια δολάρια. Κάποτε πάλι όταν του είπα ότι πολύ αμφέβαλα κατά πόσο θα μπορούσε να εντοπίσει σε μια μεγαλούπολη κάποιον για τον οποίο δε γνώριζε παρά ελάχιστα πράγματα,<br /><br />προσφέρθηκε να μου αποδείξει τη μαεστρία του. Ένας φίλος μου θα πήγαινε στο<br /><br />Ντιτρόιτ να επισκεφτεί την οικογένεια της γυναίκας του. Ο Τζόι κι εγώ βάλαμε<br /><br />ένα φιλικό στοίχημα. Τον  να μου εντοπίσει αυτόν τον άνθρωπο στο<br /><br />Ντιτρόιτ. Το μόνο στοιχείο που του 'δωσα ήταν η ώρα της άφιξής του στη συγκεκριμένη πόλη. Δεν του αποκάλυψα το πατρικό επώνυμο της γυναίκας του<br /><br />φίλου, ούτε πού παντρεύτηκαν, ούτε του έδωσα τ ο οποιοδήποτε άλλο στοιχείο<br /><br />που θα μπορούσε να τον βοηθήσει στην έρευνά του. Ε, λοιπόν, το βράδυ που ο<br /><br />φίλος μου έφτασε στο Ντιτρόιτ, ο Τζόι τον πήρε τηλέφωνο να του πει ένα !!Ά<br /><br />-Κόντευα να τελειώσω τις σπουδές μου στο Πανεπιστήμιο των Συρακουσών, όταν έπιασα φιλίες μ' έναν παίκτη του μπέιζμπολ, έναν ανοιχτόκαρδο και ωραίο τύπο. Απ' τον καιρό όμως που έγινε η βεντέτα της ομάδας του, είχε αλλάξει κατά πολύ. Μπαίνοντας στο πετσί του ρόλου του παιχταρά, συμπεριφερόταν λίγο πολύ σαν Σούπερμαν, γιατί έτσι νόμιζε πως τον ήθελαν οι άλλοι. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τον Τζόι. Μπορεί να παίζει τον οποιοδήποτε ρόλο από τον 'Εντουαρντ Τζ. Ρόμπινσον μέχρι τον Τζωρτζ Ραφτ. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, κυμαίνεται από την πιο χυδαία και αλήτικη μέχρι την πιο ραφινάτη και καθωσπρέπει<br /><br />.Όταν πρωτο-συναντήσει κάποιον φίλο μου, λόγου χάρη, αρχίζει την παράσταση<br />του . Το αναφέρω αυτό γιατί, όπως θα προσέξει ο αναγνώστης, το στιλ του βιβλίου . Ο Τζό ι κάποτε γίνεται σκληρός, κάποτε απλώς το χαμίνι του Μπρονξ και κάποτε πάλι γλυκόλογος και πρόθυμος να πιάσει στο στόμα του τα ωραία λόγια τα μεγάλα.  Ίσως είναι υπόθεση διάθεσης, ίσως πάλι το ζήτημα να είναι καθαρά υποκειμενικό. Πάντως έτσι μου προέκυψε από την απομαγνητοφώνηση.Ά -Στο χρονικό διάστημα που περάσαμε μαζί, μόνο μια φορά τον είδα βαθιά συγκινημένο. Το καμάρι της ζωής του ήταν ένας σκύλος του Αγίου Βερνάδου, που τον είχε κοντά του περίπου δέκα χρόνια. Κάποτε το ζωντανό αρρώστησε κι  ο Τζόι δεν είχε άλλη εκλογή απ' το να το σκοτώσει. , μου είπε . Ο Τζόι για ένα φεγγάρι έπεσε σε βαθιά μελαγχολία. Τον παρατηρούσα να δέρνεται ανόρεχτα από δω και από κει. Τελικά, όταν το ξεπέρασε, ξανάγινε το σκληρό καρύδι που ήξερα.Ά -Δε θέλω να νομίσει κανείς πως προσπαθώ να ξεπεράσω το γεγονός ότι ο Τζόι είναι ένας στυγερός δολοφόνος μ' αυτή μου την αναφορά στο περιστατικό του σκύλου. Ύστερα από τόσον καιρό που πέρασα μαζί του, δεν μπορώ να υποστηρίξω ότι κατάλαβα τα βαθύτερά του κίνητρα ή την ικανότητά του να παραδέχεται αυτό που είναι χωρίς να το φέρει . Κανονικά, θα 'πρεπε να νιώθω αναγούλα μ' όλα αυτά που μου 'χε εξιστορήσει. Κι όμως δε μου συνέβη κάτι τέτοιο, τουλάχιστον όχι μετά τις πρώτ ες μέρες της γνωριμίας μας. Αντίθετα ένιωσα κατάπληξη όπως, άλλωστε, κι όλοι οι άλλοι απ' τον κύκλο μου που έτυχε να τον γνωρίσουν.<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/8628754684261141103-3550538065356196083?l=amiaoulis.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2010/06/28/%ce%97_%ce%b1%cf%85%cf%84%ce%bf%ce%b2%ce%b9%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%b1_%ce%b5%ce%bd%cf%8c%cf%82_%cf%80%ce%bb%ce%b7%cf%81%cf%89%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%85_%cf%86%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ac_%ce%9d%ce%bf.1</id>
		<author><name>Neptunus</name></author>
		<title>All in one: Η αυτοβιογραφία ενός πληρωμένου φονιά Νο.1</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2010/06/28/%ce%97_%ce%b1%cf%85%cf%84%ce%bf%ce%b2%ce%b9%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%b1_%ce%b5%ce%bd%cf%8c%cf%82_%cf%80%ce%bb%ce%b7%cf%81%cf%89%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%85_%cf%86%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ac_%ce%9d%ce%bf.1"/>		
		<updated>2010-06-28T17:43:00-04:00</updated>
		<published>2010-06-28T17:43:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	ΠΡΟΛΟΓΟΣ<br /><br />Ο Τζόι είναι «άνθρωπος του μόχθου». Κατά περιόδους άσκησε<br /><br />διάφορα επαγγέλματα: έκανε τον πλασιέ, τον εισπράκτορα, τον<br /><br />σωματοφύλακα, δουλεύοντας για λογαριασμό άλλων τόσων «αφεντικών». Σε<br /><br />γενικές γραμμές οι άνθρωποι της «Οργάνωσης» είναι πολύ ευχαριστημένοι μαζί<br /><br />του: Τζόι, το υπόδειγμα του φιλότιμου κι άψογου στη δουλειά του<br /><br />επαγγελματία<br /><br />-Αλλά ποια είναι η βασική απασχόληση του Τζόι, ο τρόπος με τον<br /><br />οποίο βγάζει τα προς το ζην; Τα πάντα γύρω από την παρανομία και το<br /><br />έγκλημα! Με ειδίκευση στις επί πληρωμή δολοφονίες! Δυο απ' τις βασικές<br /><br />υπηρεσίες που προσφέρει στ' αφεντικά του είναι το ξεπάστρεμα των<br /><br />ανεπιθύμητων, ο θάνατος και η συμφορά, υπηρεσίες που με λίγα λόγια<br /><br />θεωρούνται «πρώτης ανάγκης», σ αυτού του είδους τη βιομηχανία.<br /><br />-Και το σημαντικό στην όλη υπόθεση είναι ότι, όσο ακόμη βρισκόταν στα<br /><br />επάνω του, ποτέ δεν είχε χρειαστεί να παρακαλέσει για δουλειά. Τ'<br /><br />αντίθετο μάλιστα· οι ενδιαφερόμενοι σκοτώνονταν ποιος θα τον πρωτοπάρει.<br /><br />-Συνάντησα τον Τζόι πριν αρκετά χρόνια, σε μια περίοδο που βρισκόταν<br /><br />μάλλον στη δύση της καριέρας του. Κι' αυτό γιατί είχε αποκτήσει ένα κουσούρι<br /><br />που δεν άρεσε και πολύ στους εργοδότες του.<br /><br />-Τώρα πια έχει καταντήσει τζογαδόρος ολκής. πρόθυμος να ποντάρει<br /><br />σε οποιαδήποτε μορφή στοιχήματος: άλογα, μπέιζμπολ, ράγκμπι, χαρτιά, ζάρια ακόμα και σε κατσαριδομαχίες. Αν πρόκειται για τζόγο ο Τζόι είναι πάντα υπ' ατμόν, και με το χέρι στην τσέπη, πρόθυμος να ποντάρει ακόμα και<br /><br />τ' άντερά του.<br /><br />-Σήμερα δεν είναι πια το περιζήτητο εκτελεστικό όργανο που ήταν κάποτε,<br /><br />και αυτό όχι γιατί έχει πέσει η απόδοσή του. Κάθε άλλο. Εξακολουθεί να<br /><br />παραμένει αυθεντία στο είδος του. Απλώς έπαψε πια να είναι τόσο συνεπής. O τζόγος έχει την πρώτη θέση στη σειρά των ενδιαφερόντων του, έτσι αν κάποιος του αναθέσει μια «δουλειά», θα πρέπει να περιμένει μέχρι το τέλος μιας ιπποδρομίας και αν είναι τυχερός, γιατί αν ο Τζόι δεν κερδίσει, θα ποντάρει  σ' όλες τις κούρσες της ημέρας μέχρι να του κάτσει η καλή _αν του<br /><br />κάτσει...<br /><br />-Ύστερα έστω και καθυστερημένα, βάζει πλώρη για τη διεκπεραίωση της  που 'χει αναλάβει. Όμως για τους ανθρώπους του οργανωμένου εγκλήματος η λέξη καθυστέρηση δεν υπάρχει στο λεξικό. Ο Τζόι τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει τη φήμη του  ως προς την ακριβή ώρα  «διεκπεραίωσης» μιας δουλειάς.  Προσφορά, απασχόληση εξακολουθεί να<br /><br />υπάρχει, αλλά ο Τζόι πιο συχνά προτιμάει να πηγαίνει σε κάποιο κιόσκι στοιχημάτων παρά στο γραφείο του υποψήφιου εργοδότη του. Αν και είχα ακουστά για τον Τζόι από τον καιρό που ήμουνα ντετέκτιβ, τελικά δεν κατάφερα να τον συναντήσω προσωπικά, παρά μόνο όταν παραιτήθηκα από την αστυνομία. Αυτή τη συνάντηση την επεδίωξε περισσότερο εκείνος παρά εγώ.<br /><br />-Είχε διαβάσει μερικές από τις εκθέσεις που 'χα συντάξει γύρω από την εγκληματικότητα και ειδικότερα το Οργανωμένο 'Εγκλημα. Τις είχε βρει ενδιαφέρουσες και αρκετά καλές, αλλά, όπως μου είπε αργότερα, αυτός γνώριζε πολύ περισσότερα. Και ίσως ακριβώς αυτό το γεγονός κι η επιθυμία του να με εντυπωσιάσει με τις γνώσεις του, στάθηκε η αιτία που επεδίωξε να με συναντήσει.<br /><br />-Κατά κάποιο τρόπο το θεώρησε προσωπικό του καθήκον να συμπληρώσει τα κενά μου και να μ' ενημερώσει για όσα δεν ήξερα. Αν φέρ' ειπείν το 'φερνε η συζήτηση για τους πουλημένους αστυνομικούς της Νέας Υόρκης, παρατηρούσε με<br /><br />σοβαρότητα, «Εντάξει, καλά τα λες σε γενικές γραμμές, , όμως κοίταξε να δεις πώς  γίνεται ένα », κι άρχιζε να μου κάνει ολόκληρη διάλεξη περί διαφθοράς, αναλύοντας και εξηγώντας τα πράγματα σαν πτυχιούχος οικονομικών επιστημών που ανέλυε την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης. «Δεν έχει σημασία<br /><br />ποιος πυροβόλησε τον Κολόμπο -έλεγε- αλλά γιατί τον πυροβόλησε». Και δώσ' του πάλι ανάλυση και επεξήγηση του συγκεκριμένου γεγονότος. Με τον καιρό ο Τζόι, έγινε ένας από τους πιο καλούς ειδικούς συμβούλους μου στα θέματα τα σχετικά με το οργανωμένο έγκλημα, ενώ παράλληλα μου 'χε δώσει το δικαίωμα να διασταυρώνω τις πληροφορίες που μου έδινε με άλλες που προερχόταν από<br /><br />διαφορετικές πηγές. Ήτανε ενήμερος για τα πάντα αλλά, πιστός σ' αυτόν τον άγραφο νόμο που εξασφαλίζει μακροημέρευση στους ανθρώπους του σιναφιού του, ποτέ δεν ανέφερε ονόματα. Αν τύχαινε να του αναφέρω εγώ τ' όνομα κάποιου, αυτός δεχόταν  με τον τρόπο του να το επιβεβαιώσει, πλην όμως, ο ίδιος ποτέ δεν κατονόμαζε κάποιον. Ο Τζόι δεν ήταν «πρόκα». Ήτανε εντάξει παιδί. Είχε<br /><br />όμως μια ιδιοτροπία. Ήθελε, όταν του 'λεγες κάτι, να 'ναι σωστό και κατά τη γνώμη του όλα όσα λέγονταν και φημολογούνταν  γύρω από τον κόσμο του οργανωμένου εγκλήματος, ήτανε λαθεμένα. Κι αυτό, για τον Τζόι, ήταν πιο εγκληματικό κι απ' αυτό το ίδιο το έγκλημα. Αυτός απλώς και μόνο  δολοφονούσε ανθρώπους, ενώ τόσοι άλλοι αυτοαποκαλούμενοι αυθεντίες στα περί το Οργανωμένο 'Έγκλημα και τους ανθρώπους που το υπηρετούσαν, δολοφονούσαν την αλήθεια και για τον Τζόι το γεγονός ισοδυναμούσε με θανάσιμο αμάρτημα.<br /><br />-Για τους καθωσπρέπει που αναθεμάτιζαν τις εγκληματικές δραστηριότητες έλεγε: «Εντάξει λοιπόν, σπουδαία, αλλά οι παλιοκουφάλες είναι οι καλύτεροι πελάτες των πορνείων, οι πιο πρόθυμοι ν' αγοράσουν κλοπιμαία - ναι, οι τσόγλανοι, όσο-όσο _ και το ξέρουν καλά πως είναι κλεμμένα».<br /><br />-Ο Τζόι τώρα έχει σχεδόν βγει στη σύνταξη. Αραιά και πού αναλαμβάνει<br /><br />κάποια δουλειά, αλλά μόνο όταν χρειάζεται λεφτά, μ' άλλα λόγια, όταν έχει<br /><br />χάσει περισσότερα απ' όσα του χρειάζονται ή όταν κάποιος φίλος του ζητάει<br /><br />μια εξυπηρέτηση -κι εδώ μιλάμε για σημαντικούς και σπουδαίους φίλους. Ο<br /><br />Τζόι ήταν ένα...  εκτελεστικό όργανο! Ένας επί πληρωμή φονιάς. Ένας ψυχρός<br /><br />δολοφόνος. Κι αυτό εξακολουθεί να είναι και σήμερα : ένα τομάρι του κερατά. Δεν<br /><br />ξέρω πόσους έχει φάει μέχρι σήμερα. Ο ίδιος τουλάχιστον ισχυρίζεται πως<br /><br />έχει στείλει στον άλλο κόσμο τριάντα οχτώ ανθρώπους. Κι εδώ αξίζει τον<br /><br />κόπο, πιστεύω, να υπογραμμίσω κάτι: ο Τζόι μπορεί να συγκεντρώνει όλα τα<br /><br />κακά του κόσμου πάνω του, εκτός από ένα: δεν είναι ψεύτης -τουλάχιστον εγώ<br /><br />δεν τον έπιασα ποτέ να μου λέει ψέματα. Δεν ξέρω ίσως αυτό να οφείλεται στο<br /><br />ότι πάντα απέφευγα να του κάνω δυσάρεστες ερωτήσεις, όπως π.χ. «ποιος, που,<br /><br />πότε». Όταν ο Τζόι είναι στις καλές του, μιλάει για τα παλιά. Αναφέρει<br /><br />ονόματα, αλλά με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη μπορείς να κάνεις υποθέσεις.<br /><br />«Δουλειά του τάδε ήταν να  χτυπήσει τον μπάσταρδο και να τον σακατέψει έτσι<br /><br />που οι άλλοι να μάθουν το μάθημα και να βάλουν μυαλό». Το μάθημα ήταν το<br /><br />ίδιο κι απαράλλαχτο κάθε φορά, δηλ. να πληρώνουν τα χρέη τους σε κάποιο<br /><br />τοκογλύφο της Οργάνωσης ή να μη προσπαθήσουν να πατήσουν πόδι στην<br /><br />περιοχή που λυμαινόταν κάποιο άλλο αφεντικό του υποκόσμου.<br /><br />-Ο Τζόι ήταν περισσότερο ελεύθερος επαγγελματίας του συνδικάτου του<br /><br />εγκλήματος, παρά μόνιμο μέλος κάποιας συγκεκριμένης φαμίλιας. Κι ίσως<br /><br />αυτή η ανεξαρτησία ήταν που τον έκανε τόσο περιζήτητο. Έτσι καθώς δεν είχε<br /><br />ταυτιστεί με κάποια συγκεκριμένη συμμορία, είχε όλο το ελεύθερο να δουλεύει<br /><br />για όλες. Προσέφερε παντού τις υπηρεσίες του, όπου το καλούσαν οι περιστάσεις, από την Δυτική Ακτή μέχρι την Ανατολική, κι από τον Καναδά μέχρι το Μεξικό. Τα σύνεργά του ήταν ένα ραβδί του μπέιζμπολ, ένα στειλιάρι κι ένα πιστόλι. Σαν καλός μάστορας είχε κι αυτός την ιδιαίτερη προτίμησή του σε κάποιο απ' τα εργαλεία του κι αυτό ήταν το 38άρι περίστροφο.<br /><br />-Τι είναι εκείνο που σπρώχνει κάποιον να γίνει επαγγελματίας φονιάς; Κάντε<br /><br />την ίδια ερώτηση στον Τζόι και θα σας απαντήσει με 2.000 άσχετες μεταξύ<br /><br />τους λέξεις. Κι αυτό γιατί ούτε ο ίδιος μπορεί να δώσει μια εξήγηση. Πάντως<br /><br />παραδέχεται αυτό που είναι, δηλ. ένας φονιάς! Κάποιος που δολοφονεί εν<br /><br />ψυχρώ έναντι αμοιβής, και που υποστηρίζει πως δεν έχει τύψεις γι' αυτό που<br /><br />κάνει. Ένα πλουσιοπάροχα αμειβόμενο και τρομερά περιζήτητο, ενεργό μέλος<br /><br />της βαριά άρρωστης κοινωνίας μας!<br /><br />-Ο Τζόι είναι κυνικός. Δεν πιστεύει παρά σε ελάχιστα πράγματα κι ένα απ' αυτά τα λίγα είναι η φιλία. Είναι όμως ένας απαιτητικός φίλος. Απαιτεί κατανόηση, ζεστασιά και αποδοχή. Δεν αστειεύεται μ' αυτά τα πράγματα. Αν είσαι φίλος του, για τ' όνομα του Θεού, μη τολμήσεις να του πεις ότι κάποιος σε πείραξε. Τα μάτια του θα σε<br /><br />  κοιτάξουν παγερά, θα σκύψει κοντά σου και θα σου ζητήσει να του πεις τι σου<br /><br />συνέβη. Αμέσως μόλις μάθει τα καθέκαστα, θ' ανοίξει την πόρτα και θα φύγει.<br /><br />Μπορεί να τον ξαναδείς μετά από μια μέρα ή μετά από μια βδομάδα, ποτέ όμως<br /><br />πριν ξεκαθαρίσει μερικούς λογαριασμούς. Αυτός ο κάποιος που είχε την άτυχη<br /><br />έμπνευση να σε πειράξει, σ' αυτό το διάστημα της απουσίας του Τζόι, είχε<br /><br />κάποια επίσκεψη που τον άφησε είτε με σπασμένο κεφάλι είτε με κάποιο μέλος<br /><br />του σώματός του στραπατσαρισμένο. Ο Τζόι δεν παίζει με τη φιλία.<br /><br />-Μπορεί να πει κανείς, ότι σε διαφορετικό χρόνο και κάτω από διαφορετικές<br /><br />συνθήκες ο Τζόι θα μπορούσε να είναι ένας γιατρός, δικηγόρος ή διευθυντής<br /><br />κάποιας επιχείρησης. Προσωπικά δεν πιστεύω κάτι τέτοιο. Δε θέλω να πω ότι<br /><br />ο Τζόι δεν έχει μυαλό, αλλά να: ο Τζόι είναι αυτός που είναι γιατί κατατρεχόταν πάντα από την επιθυμία να πετύχει, να κάνει λεφτά. Και κάτι ακόμα πιό σπουδαίο, ο<br /><br />Τζόι είναι αυτός που είναι γιατί στην κοινωνία που ζούμε το πόσο πετυχημένος<br /><br />είναι κάποιος μετριέται με βάση το λογαριασμό που έχει στην τράπεζα ή τη<br /><br />συνολική αξία των περιουσιακών του στοιχείων. Ο Τζόι βρήκε τον πιο γρήγορο<br /><br />τρόπο για να τα οικονομήσει. Τα οικονόμησε και μάλιστα γερά. Παράλληλα έχασε<br /><br />και πολλά, αλλά, όπως λέει κι ο ίδιος, αυτά είναι περασμένα ξεχασμένα και<br /><br />είναι πια καιρός να μιλήσει για τη ζωή του. Ακούγοντας τον να μας διηγείται<br /><br />την ιστορία του θα μάθουμε πολλά γι' αυτόν κι ίσως κάτι για τους ίδιους μας<br /><br />τους εαυτούς. Στην πορεία της διήγησής του προσπαθεί να εξηγήσει τι έκανε κα<br /><br />ι γιατί -αν και με κάποια δόση ρομαντισμού και υπερβολής. Πάντως το γεγονός<br /><br />είναι πως επί 20 ολόκληρα χρόνια ήταν στα μέσα και στα έξω του Οργανωμένου<br /><br />Εγκλήματος. Μέσα απ' αυτό το βιβλίο προσπαθεί να μας δώσει την προσωπική του<br /><br />γνώμη για τον υπόκοσμο , τα έργα και τις ημέρες του. Δεν παίρνω όρκο πως ότι<br /><br />θα διαβάσετε εδώ μέσα είναι εκατό τοις εκατό αληθινά. Ας πούμε ένα ποσοστό<br /><br />από 80-90 %. Όταν ένιωσε πως μπορούσε να εμπιστευτεί το πρόσωπο στο οποίο<br /><br />μιλούσε -δηλ. εμένα- τα 'βγαλε όλα στη φόρα. Άνθρωποι σαν το Τζόι δε ζητάνε<br /><br />κατανόηση ή συγνώμη γι' αυτό που έκαμαν, μια και οι τύψεις είναι γι' αυτούς<br /><br />ένα άγνωστο συναίσθημα. Η αναγνώριση, η εκτίμηση και ο σεβασμός είναι οι<br /><br />μόνες κοινωνικές αξίες που τους ερεθίζουν συναισθηματικά κι η μοναδική ανταμοιβή κι επιβράβευση που επιζητούν. Αν ρωτήσεις μερικά απ' τα μεγάλα πρόσωπα του<br /><br />οργανωμένου εγκλήματος, σίγουρα γνωρίζουν τον Τζόι. Λίγοι από κοντά, οι<br /><br />περισσότεροι εξ ακοής. Τ' αφεντικά όλα τον ξέρουν, γιατί αυτά συνήθως<br /><br />αποζητούν τις υπηρεσίες του. Ακόμα τον γνωρίζουν τα πρωτοπαλίκαρα των<br /><br />διάφορων συμμοριών μιας και ήταν αυτός πάντα που έτρεχε να διορθώσει<br /><br />τα λάθη τους. Αλλά και οι μικρολωποδύτες του δρόμου τον έχουν ακουστά<br /><br />γιατί γι' αυτούς αντιπροσώπευε το  _το τσακάλι που <br />το σιδερικό&gt;.Ά<br /><br />-Ποτέ δεν έμαθα το αληθινό του όνομα. Άλλωστε είχε χρησιμοποιήσει τόσα πολλά στη διάρκεια της... λαμπρής του καριέρας που ίσως ούτε κι ο ίδιος να μη θυμάται πια το πραγματικό του όνομα.  Ακόμα δεν έμαθα που ζει, ούτε τον αριθμό του τηλεφώνου του. Όταν είναι να συζητήσουμε κάτι, έρχεται εκείνος και με βρίσκει -όχι εγώ αυτόν.Ά<br /><br />-Στις επόμενες σελίδες, θα μάθετε γι' αυτόν. Θέλησε να μιλήσει. Γιατί; Η απάντηση είναι γρίφος. Ίσως πήρε την απόφαση αυτή για δικούς του λόγους που και πάλι είναι τόσοι πολλοί, ώστε δύσκολα θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει τον πραγματικό. Δυο πράγματα όμως είναι σίγουρα: το χρήμα και ο εγωισμός. Το χρήμα κατά πρώτο λόγο γιατί ακόμη και σήμερα έχει το χούι του τζόγου και ένας τζογαδόρος πάντα χρειάζεται χρήματα. Όσο για τον εγωισμό κάθε άντρας που κοντεύει ν' αποσυρθεί από την ενεργό υπηρεσία, θέλει να ικανοποιήσει τη ματαιοδοξία του και να πείσει τον εαυτό του πως στις μέρες του υπήρξε ασυναγώνιστος και -πάνω απ' όλα- θέλει να πείσει του ς άλλους γι' αυτό.Ά<br /><br />-Λοιπόν ναι Βιρτζίνια, ο Τζόι υπάρχει. Είναι μια οντότητα. Κι αυτό ακριβώς το γεγονός της ύπαρξης του είναι το μαύρο στίγμα της κοινωνίας στην οποία<br /><br />ζούμε.Ά<br /><br /> -Κρις Μπόργεν<br /><br />  Αστυνομικός ρεπόρτερ του τηλεοπτικού δικτύου C.B.S.<br /><br /> 7  Φλεβάρη   1973.<br /><br />                   -ΕΙΣΑΓΩΓΗ<br /><br />-<br />Παρ' όλα αυτά όμως, ούτε με το σύστημα τα 'βαλε ούτε κάθισε να μυξοκλαίει<br /><br />ούτε να αναθεματίζει τη φημολογούμενη αρρωστημένη κοινωνία της χώρας του.<br /><br />Έκανε αυτό που έκαναν εκατομμύρια συμπατριώτες του πριν και μετά από<br /><br />αυτόν: δούλεψε για να φτιάξει μια καλύτερη ζωή γι' αυτόν και την οικογένειά<br /><br />του στην καλύτερη χώρα του κόσμου&gt;.Ά<br /><br />-Από τον λόγο του αντιπροέδρου των Η.Π.Α., Σπύρου 'Αγκνιου, στο γεύμα που<br /><br />δόθηκε στη μνήμη του Αλ Σμιθ, το 1972.Ά<br /><br />-Αυτό το απόσπασμα απ' το λόγο του 'Αγκνιου, μπορεί να χρησιμεύσει μια μέρα, σαν επικήδειος για τον Τζόι. Γεννήθηκε στα μέσα της Μεγάλης Κρίσης.Πέρασε τα παιδικά του χρόνια γυρνώντας από ορφανοτροφείο σε ορφανοτροφείο και τελικά διάλεξε τ ο έγκλημα σαν μέσον για να βγάζει το ψωμί του. Ξεκίνησε σαν εισπράκτορας γραφείου στοιχημάτων και κατέληξε πληρωμένος φονιάς.Ά<br /><br />-Ο Τζόι σκοτώνει ανθρώπους. Είναι ένας από τους τρόπους που κερδίζει τα<br /><br />. Υπολογίζει ότι στη διάρκεια της ζωής του έχει κερδίσει γύρω<br /><br />στα 4 εκατομμύρια δολάρια και μάλιστα με μοναδική επιτυχία: δεν έχει<br /><br />καταδικαστεί ούτε μια φορά. Πριν τον συναντήσω οι γνώσεις μου γύρω απ' το<br /><br />Οργανωμένο 'Εγκλημα ήταν ένα συνονθύλευμα από γεγονότα και συναισθήματα που<br /><br />είχα απ οκομίσει απ' την τηλεοπτική σειρά , την ταινία <br />Νονός&gt;, τις εφημερίδες, μερικά βιβλία, περιοδικά, φήμες και το δελτίο ειδήσεων των 6 μ.μ..Ά<br /><br />-Όταν μου πρότειναν να γράψω κάτι για το Οργανωμένο 'Εγκλημα και μάλιστα με<br /><br />τη συνεργασία ενό ς βέρου εγκληματία, η αλήθεια είναι ότι είχα τις επιφυλάξεις μου. Αλλά το κυρίαρχο συναίσθημα ήταν η περιέργεια. Ποτέ δε θα μπορούσα να φανταστώ τι πράγμα είναι ένας 100% εγκληματίας κι αδημονούσα να τον συναντήσω.Ά<br /><br />-O Τζόι έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία στη ζωή μου ή, για να το πω καλύτερα,<br /><br />όταν τον πρωτοσυνάντησα, με εντυπωσίασε με τον τρόπο που εντυπωσιάζει ένα<br /><br />παιδάκι μια καλογυαλισμένη ατμομηχανή τη στιγμή που μπαίνει επιβλητική και<br /><br />γεμάτη μεγαλείο στο σταθμό, ξεφυσώντας ατμούς θορυβώδικα και προκαλώντας το<br /><br />δέος.Ά<br /><br />-Στάθηκε στη μέση του δωματίου στητός, ντυμένος στην πένα μ' ένα δερμάτινο<br /><br />σακάκι και μια άσπρη μπλούζα με λαιμό V. Είχε τα μαύρα του μαλλιά χτενισμένα προς τα κάτω, δηλ. όπως χτενίζονταν οι άνθρωποι της πιάτσας και τα αλάνια τ ης δεκαετία του '50. Ήταν κάπως κοντύτερος από το κανονικό αλλά οι φαρδιοί του ώμοι και το μυώδες κορμί του ανταποκρινόταν στην εικόνα που είχα σχηματίσει γι' αυτόν<br />στο μυαλό μου.Ά -, μου 'πε με δυνατή φωνή, ενώ ταυτόχρονα άπλωσε τ ο χέρι του προς τη μεριά μου. . Μ' αυτά που μου 'πε βέβαια, κάθε άλλο παρά άνετα ένιωσα, όμως συνεχίζοντας την κουβέντα του με πληροφόρησε ότι τον μπαρμπέρη τ ου τον είχε  ένα πρεζόνι πάνω στον καβγά, διασκεδάζοντας έτσι λίγο την αρχική μου τρομάρα.Ά -Κάποτε ο Τζόι στρώθηκε κι άρχισε να μου λέει την ιστορία της ζωής του. Αυτό κράτησε μέρα τη μέρα επί αρκετούς μήνες. Άρχισα να γυρνάω μαζί του συγκεντρώνοντας στοιχεία από δω κι από κει, ταξιδεύοντας πότε στη Νέα Υόρκη, πότε στο Λος Άντζελες, πότε στο Σικάγο και κουβεντιάζοντας μαζί του στη διάρκεια αναρίθμητων γευμάτων και ατέλειωτων μαγνητοφωνήσεων.Ά -Γελάσαμε μαζί, παρακολουθήσαμε πολλές αθλητικ ές συναντήσεις και γενικά ξεσκαλίσαμε κάθε πλευρά του Οργανωμένου Εγκλήματος. Αποτέλεσμα όλης<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/8628754684261141103-4451483246238111836?l=amiaoulis.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2010/06/28/%ce%97_%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b9%cf%80%ce%ad%cf%84%ce%b5%ce%b9%ce%b1_%ce%bc%ce%b9%ce%b1%cf%82_%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%ac%cf%86%cf%81%ce%b1%cf%83%ce%b7%cf%82_%cf%80%cf%81%ce%b9%ce%bd_%ce%b1%cf%80%cf%8c_%e0%a5%a9%e0%a5%a6_%cf%87%cf%81%cf%8c%ce%bd%ce%b9%ce%b1</id>
		<author><name>Neptunus</name></author>
		<title>All in one: Η περιπέτεια μιας μετάφρασης πριν από ३० χρόνια</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2010/06/28/%ce%97_%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b9%cf%80%ce%ad%cf%84%ce%b5%ce%b9%ce%b1_%ce%bc%ce%b9%ce%b1%cf%82_%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%ac%cf%86%cf%81%ce%b1%cf%83%ce%b7%cf%82_%cf%80%cf%81%ce%b9%ce%bd_%ce%b1%cf%80%cf%8c_%e0%a5%a9%e0%a5%a6_%cf%87%cf%81%cf%8c%ce%bd%ce%b9%ce%b1"/>		
		<updated>2010-06-28T17:39:00-04:00</updated>
		<published>2010-06-28T17:39:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	Ήταν εκεί γύρω στο 1976, λίγο μετά το άνοιγμα της Διώρυγας του Σουέζ με το τέλος του πολέμου ανάμεσα σε Αίγυπτο και Ισραήλ. Ήμουν μπαρκαρισμένος σ' ένα φορτηγοποστάλι (έτσι λέγαμε τα καράβια που κουβαλούσαν μεν φορτία, αλλά έπαιρναν κι επιβάτες) της Blue Funnel, ένα από τα πολλά πλοία που είχαν πουληθεί από τις ασφαλιστικές εταιρίες σε διάφορους εφοπλιστές μετά τον  απεγκλωβισμό τους από το Κανάλι.<br /><br />            Κάποια στιγμή βρεθήκαμε στο Λάγος της Νιγηρίας όπου, για διάφορους λόγους που δεν με παίρνει εδώ ο χώρος να εξηγήσω, μείναμε αγκυροβολημένοι στ' ανοιχτά του λιμανιού επί ...; επτά συναπτούς μήνες, ουσιαστικά χωρίς πρόσβαση στη στεριά, εκτός από τις σπάνιες φορές που με χίλιους δυο κινδύνους κατεβάζαμε μια από τις σωσίβιες λέμβους και την χρησιμοποιούσαμε σαν λάντζα για τα πέρα-δώθε μας.<br /><br />            Εφτά μήνες βασανιστικοί γιατί, εκτός από την κλεισούρα, κουνιόμασταν λες και βρισκόμασταν μεσοπέλαγα και στην καρδιά άσχημου καιρού. Το ορμητικό ποτάμι που εξέβαλε στη θάλασσα σε συνδυασμό με τα ισχυρά θαλάσσια ρεύματα έκαναν τα νερά κυριολεκτικά να βράζουν, κι ειδικά όσα έμφορτα καράβια (συνολικά καμιά εκατονπενηνταριά κομμάτια στο αγκυροβόλιο), είχαν χαμηλά το κέντρο βάρους, σκαμπανέβαζαν λες κι είχαν πέσει σε χοντρή φουρτούνα, κι αυτή η κατάσταση σε καθημερινή βάση, για μήνες ολόκληρους.<br /><br />            Στη διάρκεια αυτής της επτάμηνης παράνοιας, είδαμε, και τι δεν είδαμε -κάναμε, και τι δε κάναμε. Κατ' αρχάς παρακολουθήσαμε από τηλεοράσεως την εξέλιξη ενός πραξικοπήματος, και μερικές μέρες αργότερα, -πάντα σε ζωντανή μετάδοση- την εκτέλεση καμιάς πενηνταριάς ανθρώπων που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.<br /><br />            Αργότερα, για να σπάσουμε την ανία μας, κάποιοι σκάρωναν πεντάλφες στα καταστρώματα και προσπαθούσαν να καλέσουν τα πνεύματα από το υπερπέραν, όμως όταν είδαμε κι αποείδαμε πως κανένα πνεύμα δεν καταδεχόταν να μας επισκεφτεί -κάποιος ισχυρίστηκε πως τα πνεύματα τα έπιανε εύκολα ναυτία-, το ρίξαμε στη ...; χειροτεχνία, φτιάχνοντας πέδιλα από ρόδες αυτοκινήτων και λινάτσες, και συνολάκια γαμπριάτικα από τσουβάλι! Όταν μας πέρασε κι αυτό, αρχίσαμε να κυνηγάμε ο ένας τον άλλον οπλισμένοι με κατσαριδοκτόνα σε  μορφή σπρέι -μια πρακτική που οδήγησε σε πιο άγριες καταστάσεις, δηλαδή γροθιές, καρπαζιές και κλοτσοπατινάδες.<br /><br />            Μπροστά στον κίνδυνο μιας γενικευμένης σύρραξης, αποφασίσαμε από κοινού ν' αποφεύγουμε τα πολλά-πολλά μεταξύ μας, καταλήγοντας έτσι τις ώρες μετά τη δουλειά να τις περνάμε ο καθένας κλειδαμπαρωμένος στην καμπίνα του, ως την ευλογημένη μέρα που θα σηκώναμε άγκυρα για να μπούμε στο λιμάνι για εκφόρτωση.<br /><br />            Επειδή στο κατάστρωμα που ήταν ο ασύρματος υπήρχαν καμιά δεκαπενταριά άδειες καμπίνες επιβατών, βρέθηκα να σεργιανάω κατά βούληση σε όλον αυτόν το τεράστιο χώρο, αλλάζοντας τις καμπίνες σαν τα ...; πουκάμισα, έτσι ίσα για να αλλάζω παραστάσεις και να μην τρελαθώ από την σκληρή κλεισούρα. Όμως δεν ήταν μόνο αυτό. Επειδή, όπως προείπα, το πλοίο, πριν τον εγκλωβισμό του στο Κανάλι του Σουέζ, ανήκε σε μια από τις κορυφαίες αγγλικές ναυτιλιακές εταιρίες, την Blue Funnel, στις καμπίνες του εν λόγω καταστρώματος υπήρχαν κυριολεκτικά τόνοι βιβλίων.<br /><br />            Ευκαιρίας λοιπόν δοθείσης και μπροστά στον κίνδυνο να παλαβώσω εντελώς, αποφάσισα να εκμεταλλευτώ επ' αγαθώ τον απεριόριστο ελεύθερο χρόνο μου, (μαρκόνηδες, οι τεμπέληδες των καραβιών, όπως μας έλεγαν), πιάνοντας όχι απλώς να μάθω αγγλικά, αλλά και επιχειρώντας να μεταφράσω από τα αγγλικά στα ελληνικά, ο αθεόφοβος (τι κάνει ο άνθρωπος, μπροστά στον κίνδυνο να του στρίψει!)<br /><br />            Από τα δεκάδες -ίσως κι εκατοντάδες- βιβλία που υπήρχαν στις διάφορες καμπίνες, την προσοχή μου αρχικά τράβηξε η εργασία ενός Ελληνοαμερικάνου ακαδημαϊκου για τους Έλληνες που μετανάστευαν στην Αμερική σε αναζήτηση μιας καλύτερης μοίρας, ακολουθώντας την πορεία και την εξέλιξη του μεταναστευτικού ρεύματος από  τις αρχές ή τα μέσα του 19ου αιώνα και μέχρι τη δεκαετία του 1960.<br /><br />            Στράτσα-πάτσα είχα καταφέρει να μεταφράσω κάμποσο, όμως, όταν κάποια στιγμή τα βρήκα σκούρα, τα παράτησα κι έβαλα τα χειρόγραφά μου σε μιαν άκρη, με σκοπό να συνέχιζα το θεάρεστο έργο μου, όταν με το καλό θα γύριζα στην Ελλάδα, και θα είχα πρόσβαση σε λεξικά της προκοπής και σε αξιόπιστες πηγές πληροφοριών (εργαλεία απαραίτητα για κάθε καλό και φιλότιμο μεταφραστή, πόσο μάλλον για έναν μαθητευόμενο μάγο της μεταφραστικής τέχνης).<br /><br />            Το δεύτερο βιβλίο που μου τράβηξε την προσοχή, ήταν η αυτοβιογραφία ενός Αμερικάνου πληρωμένου φονιά που δούλευε για λογαριασμό του Οργανωμένου Εγλήματος -συγκεκριμένα συνεντεύξεις που είχε δώσει ο τύπος στον ρεπόρτερ ενός αμερικάνικου καναλιού, ο οποίος και έγραψε τελικά το βιβλίο στη βάση του απομαγνητοφωνημένου υλικού.<br /><br />            Με είχε συναρπάσει τόσο πολύ, που, παρά τα μύρια όσα ζόρια, το μετέφρασα μέχρι τέλους κι αργότερα, όταν πια είχα καθιερωθεί σαν μεταφραστής, το ξαναδούλεψα, μαζεύοντας τ' ασυμμάζευτα.<br /><br />            Κοντά τριάντα τόσα χρόνια τώρα που έχω στο συρτάρι μου αυτό το μεταφρασμένο υλικό, δεν αξιώθηκα να το δώσω σε κάποιον εκδοτικό οίκο για τα περαιτέρω, χώρια που οι εκδότες δύσκολα παρεκκλίνουν από τη δική τους πολιτική εκδόσεων αφού, έχοντας δημιουργήσει ο καθένας τους το δικό του αναγνωστικό κοινό, δε ρισκάρουν να υιοθετήσουν ...; ρηξικέλευθες προτάσεις.<br /><br />            Τα όσα διάβαζα τότε που πάλευα να μεταφράσω το βιβλίο, μου φαίνονταν εξωπραγματικά, καταστάσεις και πράγματα που συνέβαιναν σε κάποιον άλλο πλανήτη, σε μια άλλη διάσταση του τόπου και του χρόνου. Βλέπετε τότε ακόμη η έννοια του όρου  ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ήταν περίπου άγνωστη στην φιλήσυχη σε γενικές γραμμές Ελλαδίτσα.<br /><br />            Έλα όμως που η ιστορία ήρθε κι επαναλήφθηκε υπό μορφή φάρσας και μάλιστα κακόγουστη, και φυσικά αναφέρομαι στα όσα φοβερά και τρομερά συμβαίνουν στον τόπο μας, κι έρχονται καθημερινά στο φως της δημοσιότητας.<br /><br />            Σκέφτηκα λοιπόν να μοιραστώ μαζί σας αυτό το υλικό, «ανεβάζοντας» εδώ πέρα από τρεις τέσσερις σελίδες την κάθε φορά, καθημερινά ή όποτε μπορώ, και υπό τον γενικό τίτλο, ΜΙΑ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ 1,2,3 κ.ο.κ.<br /><br />            Δεν θα επιχειρήσω εδώ πέρα τίποτε περισπούδαστες αναλύσεις επί του θέματος, ούτε θα προβώ σε τίποτε μεγαλόστομα σχόλια (κι αν το επιχειρούσα, ίσως να κατέληγα να τα κάνω όλα σαλάτα). Άλλωστε ο καθένας έχει τον δικό του τρόπο ν' αντιλαμβάνεται τα πράγματα, και δεν χρειάζεται τα «φώτα» κανενός.<br /><br />            Θα πω μόνο κάτι που επισημαίνει κι ο ήρωας του βιβλίου, δηλαδή ότι ο υπόκοσμος αποτελεί φυσική συνέχεια και συνέπεια του «καλού και τίμιου» κόσμου, κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε. Κακά τα ψέματα, το κρυφό όνειρο του μέσου ανθρώπου δεν είναι να ζήσει σε μια κοινωνία πιο δίκαιη και πιο ανθρώπινη, αλλά το πώς θα  πιάσει «την καλή», και θα βρεθεί έτσι από τη μια στιγμή στην άλλη να κολυμπάει στα πλούτη και τα μεγαλεία- κι αν δεν μπορεί αυτό, τέλος πάντων το πώς θα κάνει τις αρπαχτούλες του, όποτε του δίνεται η ευκαιρία, ώστε να αυγατίσει τα εισοδήματά του. Και τούτη την ...; ονείρωξη του μέσου ανθρώπου πρώτιστα και κατά κύριο λόγο την κατανοούν και την εκμεταλλεύονται κατά τον καλύτερο τρόπο (και πάντα επ' ωφελεία τους  φυσικά), τα τσακάλια του καπιταλισμού, καταφέρνοντας στην πορεία να ξεπερνούν την όποια κρίση βρίσκεται στο δρόμο τους.<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/8628754684261141103-1319556200246920036?l=amiaoulis.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2008/09/25/Of_Rats_And_Heroes__chapters_9-10</id>
		<author><name>Neptunus</name></author>
		<title>All in one: Of Rats And Heroes  chapters 9-10</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2008/09/25/Of_Rats_And_Heroes__chapters_9-10"/>		
		<updated>2008-09-25T16:48:00-04:00</updated>
		<published>2008-09-25T16:48:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	CHAPTER NINE<br /><br />Werner Libnits got in front of the entrance to the Kaiser Friedrich<br />Museum at about twelve p.m. after a two-hour walking.  His physical<br />endurance was equal to that of a stray dog and he was feeling anything<br />but tired. Still his left leg at the heel where the bitch's teeth had<br />got hold of him, had began throbbing with pain. <br />He was hungry again but what was more unbearable to him was the lack of a<br />puff. The last cigarette butt he had sampled was the one thrown away in<br />that back alley by the skinny hunch-back he had met at Trabenestrasse.<br />Werner had witnessed the roughing-up of the Jews right from the beginning<br />and along with that the hunch-back's to's and fro's during the event. <br />The guy was an informer no doubt about it, Werner thought.  One of those<br />s.o.bs shadowing most of the important and wealthy Jews, like bloodhounds,<br />sniffing around for their hideouts, giving them away to those SS baboons<br />for just a small portion from the overall looting as payoff whenever they'd<br />manage to dig them out.  This particular scumbag had seemed scared shitless<br />upon seeing Werner poping out of nowhere in the dead of the night, but well<br />Werner hardly gave a damn about the SS, their stooges and the rest of the<br />world for that matter. <br />The only thing he had wanted from that lousy, terrified cripple was his<br />cigarette butt, as the other man was bound to throw it away sooner of<br />later.  But all this was past history now - events of the previous night,<br />and Werner had to worry about making it through this new one. He was hungry<br />all-right, but that was something it could wait. Besides he was trained the<br />hard way to endure hunger stoically. <br />But this longing for a fag, oh boy, that was quite something else. Doing<br />without a cigarette for too long had a shattering effect on his nerves and<br />mood.  Turning his head he saw two taxis stopping in front of the museum<br />entrance. Two noisy groups of tourists got off the vehicles. The tourists<br />were dressed in an unusual, rather funny way and from the way they spoke,<br />Werner decided they were Americans. The foreigners climbed the stairs to<br />the entrance of the huge building chatting joyfully, exchanged a few<br />pleasantries with the doorman, then walked passed him and inside the<br />museum. <br />But before they walked in, two of them threw two half- smoked cigarettes<br />into a tin bin placed at one side of the entrance. Although half-smoked the<br />cigarettes remained invitingly long and.... Werner walked mesmerised toward<br />the entrance, climbed the stairs carefully stopped short for a while on the<br />head step waiting in earnest, and when another group of visitors gathered<br />around the doorman asking questions, he took the few steps to the bin and<br />fished out the booty.  Then he hurried down the steps and toward a tree<br />grove. <br />Werner looked cautiously around, then sat down on the grass, underneath a<br />tree, and resting his back against its trunk, he attacked one of the<br />cigarettes puffing at it in a way as if it was the last he was smoking for<br />the rest of his days.  His big, strong hands, each holding a cigarette,<br />were slightly shaking every time he inhaled the fragrant smoke, his lungs<br />pumping with yearning, sucking-in the invisible mist.  So he kept smoking<br />like a maniac for about five minutes until the stubs began burning his<br />fingers. Presently he threw away the all too tiny cigarette butts on to the<br />thick grass and began thinking about that woman. <br />It was thanks to her that he had spent the last full year behind bars, but<br />in spite of this fact, he could not take her out of his mind - not for a<br />minute. Rosa Epstein! A tall, slim vague female figure on the far end of a<br />darkened back-street in the Sarlotemburg area. He could still feel the<br />fragrance of jasmines caressing his nostrils. Then the figure was closer and<br />Werner could remember the two big, slightly slanted eyes, watery like two<br />small dark lakes set in a pale, almost transparent face crowned by a rush<br />of long silky hair that caught and reflected the glow of a street light. <br /> Ah, the lady was surely rich and classy, no doubt about it, Werner<br />thought. Her cloths, her style, her perfume, the way she held up her<br />beautiful head, all this cried out from miles away that she was coming from<br />the other bank of life's river. Yeah, right from the other bank where the<br />place was full of wealth, luxurious mansions crowded with servants and<br />maids, flashy limos taking to and from schools spoiled little rich brats -<br />all those things Werner could only look at from across this here bank, the<br />retched one.  So she belonged to aristocracy; and he was nothing but a<br />lousy bum, famished and miserable even before he was born. This he was; a<br />nothing, even less than that. But still he had kept alive in his memory her<br />picture and her name he had never forgotten while in prison. <br />For twelve full months cut-off from the world, thrown into a dark and damp<br />cell of the blasted Nazi Dahau Gaol, thinking of that woman, had helped<br />Werner fight off boredom and loneliness. He had been thinking of her day and<br />night, in his sleep and while awake, in his cell, in solitary confinement<br />too, even during the time he was jumped at by four SS assholes who beat the<br />living day-lights out of him just because they felt it was their duty to<br />give him a clean and neat bashing every time they learned that one of their<br />co-jailers was out on a leave of absence. Yes, even during those moments of<br />unbearable physical pain and harassment, while hallucinating under the<br />ruthless blows, seeing weird stars and strange flashes of light, thrown on<br />to the blood- stained floor, huddled almost unconscious and with his body<br />half way to destruction, his soul, as if acting on its own, was sailing<br />merrily away like a proud galleon flying her full colours, to meet the<br />ethereal creature of that night in Sarlotemburg. <br />And it was thanks to that desperate get-away of his soul and mind that<br />Werner had managed to withstand the wild beating that particular night, and<br />it was this wonderful memory always with him  - the only wonderful thing<br />whatever to brighten his otherwise empty and unfortunate life - that had<br />eased his pain - both physical and mental -throughout his time in prison. <br />And as if all this was not enough, soon after his release and right before<br />he had a chance to a few crumbs of food, somebody else's half-smoked<br />cigarette, and some sort of lousy shelter to spend the night in, Werner had<br />found himself wondering like in a trance toward this part of the city in<br />high hopes of seeing her again, of taking a tiny, fleeting glimpse of her<br />even for a split second.  And even from a distance too, so he could rid his<br />soul from the unbearable burden, so he could ease the burning in his heart<br />that for a year that day was battling against a turbulent ocean of pure<br />hell killing him a thousand times each and every minute only to save him as<br />many so it could kill him again. <br />His small, slanted, grey like melted lead eyes were fixed on the entrance<br />to the museum while a voice deep inside him kept shouting: "Go away! Just<br />turn the other way and walk away. Run man, as fast as your feet can carry<br />you! This dame is not for you and you know it. She comes from another<br />world, she belongs to another society and the only thing she'll do as soon<br />as she sees you right in front of her, popping out of the blue, is to run<br />away at high gear, or even puke, disgusted by your appearance". <br />So after too many futile efforts to convince himself to just walk away, he<br />took off his shabby battle-dress, bundled it up, threw it among the bushes<br />beyond, then run his hands down along the thread-bare jacket and the<br />creased, full of ugly spots trousers he wore, in a vain effort to make<br />himself presentable. And finally, as if pulled by a thousand hands to that<br />direction, he walked to the entrance to the museum, towards that big<br />doorway that led to either hell or heaven - he wish he knew what...§<br /><br />CHAPTER TEN<br /><br />Klaus Funke got off the train as quickly as his crippled leg allowed<br />him to, and crossed the full of commuters platform to the street<br />outside the huge train terminal. <br />Humanity rushed past him like an angry swelled-up river and then dispersed<br />to all directions. No-one seemed to notice him and the fact was quite a<br />relief to him. <br />But no. A good number of them slowed down their pace and all too rudely<br />turned to look at him and his twisted, deformed left leg, as he was forcing<br />it in a tragically funny way to follow the movements of the rest of his<br />body, and the ugly hump projecting from the flat of his back like a meaty<br />little knoll, some with pity, some with outright scorn and sarcasm, making<br />him seethe secretly with wild rage and indignation. <br />Right from the days of his childhood whenever the focal point of curious<br />bystanders he would try to get as far away from them as he could, seeking<br />to vanish from the face of the earth, so avoiding the too many eyes that<br />like sharp steely daggers kept stabbing at his very being, while before the<br />eyes of his soul the same old wonderful, and at the same time nightmarish<br />dream would begin unreeling - that dream which haunted his existence since<br />the day he realised that his God-damned mother, his perverted fate, and God<br />himself - a malignant God, surpassing in cruelty the worst criminals - had<br />conspired against him in a very nasty way.  In such moments the image of<br />the real world would fade away from his eyes, making way for another world,<br />this one floating in bright, colourful lights, reverberating with kindness<br />and gentleness and Klaus, standing in its middle, rose a good six-footer,<br />healthy and robust, with his left leg strong and straight, and his back<br />lean and freed from the burden of that hateful hump that its weight seemed<br />to push both his body and soul ever down, as low as a human being could<br />bend. <br />So now he found himself dragging his miserable existence among the crowd<br />of commuters, withdrawn though in his daydreaming, in this magic world of<br />kindness and mercifulness until at one point he realised he had reached his<br />destination. <br />He stopped by the corner, turned his head slightly, and fixed his hawkish<br />stare across the street at the imposing building housing the "Kaiser<br />Friedrich Museum", then he shot a glance at his wrist-watch. It was one<br />o'clock sharp and the woman who had haunted him in both his sweetest<br />dreams and his most dreadful nightmares, never left the museum before two<br />p.m.. So he would wait for her like he had done so many times in the past.<br />And he would shadow her trying not to loose her, not even for a second,<br />from his eyes until she led him to her father's hideout. <br />The woman's father was none else than the much celebrated Julius Epstein,<br />professor of physics and one of the wealthier German-Jews who, as of late,<br />had disappeared from the face of the earth. <br />And then, once Klaus had located the professor's hideout and ensured that<br />his life was helplessly resting in his two hands, he would try, even<br />through cynicism and blackmail, to claim what fate had so unjustly and with<br />such cruel finality denied him: a ticket to sexual intimacy with a woman<br />and carnal happiness.§<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/8628754684261141103-5944028166680687997?l=amiaoulis.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2008/09/25/Of_Rats_And_Heroes__chapters_7-8</id>
		<author><name>Neptunus</name></author>
		<title>All in one: Of Rats And Heroes  chapters 7-8</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2008/09/25/Of_Rats_And_Heroes__chapters_7-8"/>		
		<updated>2008-09-25T16:27:00-04:00</updated>
		<published>2008-09-25T16:27:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	THIS IS AN UNPROSSECED (NOT EDITED,)  HARDCOPYCHAPTER SEVEN.
<br />
<br />Werner Libnits took his time in opening his eyes, only to close them
<br />again. 
<br />The bright spring sunlight was cascading through the foliage of
<br />a huge lime-tree. Sun-rays like too many golden pikes were touching
<br />Werner's body as though piercing it.  
<br />He sat up in the park bench he had slept the night and began rubbing his
<br />eyes for quite some time. Then he stood up unfolding leisurely his big
<br />body to it's full height and walked lamely towards the lake. 
<br />He took off his shabby and full of stains of dried blood battle-dress, let
<br />is fall on the grass and then sat on the concrete ledge lining the water
<br />edge. 
<br />He bent over the watery surface, cupped his palms and began splashing
<br />water against his face, his head and the nape of his neck. Then, using his
<br />overcoat as a towel, he dried his face and head and tried to trim his curly
<br />gold-brown hair by passing his long fingers through them, pushing them
<br />back. He more than certainly needed a haircut, as his filthy, tangled hair
<br />trailed down along the back of his head, almost touching his shoulders. 
<br />He took the boot off his left foot, then the stocking, and finally he
<br />rolled up his trouser leg and busied himself cleaning with water the wound
<br />on his calf- a nasty souvenir from the previous night's free-for-all with
<br />the half-crazed with hunger bitch.  
<br />, he grumbled, noticing that the wound was fairly deep and
<br />began squeezing it this way and that while washing it at the same time with
<br />cool lake water. 
<br />He thought of last night's battle with the stray dogs and somehow he
<br />blamed himself for the incident. It was some years now he had given-up
<br />those nonsensical raids to Horge's rubbish bins. 
<br />Back in the days of his youth - a green fugitive from one of the city's
<br />orphanages, roaming the streets and back alleys of the big, inhuman capital
<br />- paying visits to the trash cans was almost an act of survival, something
<br />he could hardly afford to avoid. There were times he was unable to provide
<br />for himself a decent meal and hunger was to him a constant, unbearable
<br />torment, so there was no other way but to fight it out with the inevitable
<br />strays- dogs over the brimming with leftovers trash containers outside
<br />Horge's restaurant. But now, at this age this old practice seemed to Werner
<br />too shameful to keep on exercising, and he would rather die of hunger than
<br />rummage through the leftovers. Besides he was a young six-footer, strong
<br />as a bull. So he was quite able for stealing his food or even kill for it. Or
<br />work for it at that. Why not? 
<br />He produced his soiled handkerchief from one of his trouser' pockets,
<br />dipped it into the water, wrung it until it was only damp and then applied
<br />it to the full length of his wound like a bandage. And as he did so,
<br />another thought crossed his mind: I possible do?&gt; 
<br />Until now whenever he had tried to earn his living through honest working,
<br />the only jobs accessible to him were as a porter down by the Potsdamer train
<br />terminal or at the open market carrying crates and big boxes full of
<br />vegetables. He didn't mind working. No. He didn't mind manual work and he
<br />could work for hours in a row tirelessly. 
<br />But this kind of work simply bored him, and whenever at it, he had never
<br />stopped cursing his bad luck behind clenched teeth, as the hours dragged
<br />by, endless, feeling really pissed-off every time the guy paying him for
<br />the job was trying to play it smart with him, giving him advise as to how
<br />to do his job properly. Sometimes even shouting at him. Besides it was a
<br />scatterbrains like that who had paved the way for Werner's first encounter
<br />with the law at the tender age of eighteen.  
<br />At the time he was unloading some crates from a pick-up truck down by the
<br />Sprea River when one of them big boxes slipped off his hands and fell
<br />crushing on the sidewalk, turning to tits and bits the glassware it
<br />contained. Well, that was it. The big jerk paying Werner for the job had
<br />began swearing and screaming blue murder like an old maid in a spell of
<br />hysteria, and Werner, already an eighteen year old lad, fairly strong
<br />although lanky, had felt his blood rising to his head, eventually jumping
<br />this fellow and sending him straight to the hospital, something which had
<br />cost him his first imprisonment and his acquiring of a nice and neat
<br />criminal record. 
<br />He was almost through taking care of his wound when, a chubby little
<br />fellow with florid face walked by, his arms full with a stack of copies
<br />of the god-damned Goebel's Tabloid Der Volkische Beobachter, heralding
<br />aloud the headlines, straining his vocal cords. Oh boy!, Werner protested
<br />silently, here is almighty Fuhrer again, and the Wermacht, and the Third
<br />Reich and the threat of war that Hitler, ''was trying so desperately to
<br />eliminate'' regardless if, in the meantime, this renowned nutter kept
<br />gulping down whole territories with the same ease other people swallow pain
<br />killers; first the Rhine area, then Austria, then Czechoslovakia. Now the
<br />newspaper peddler was shouting that Fuhrer had turned against Poland
<br />demanding of the Polacks something which sounded like Gdantsick and a
<br />`corridor, whatever that thing meant. 
<br />To Werner all this bubbling about Gdantsick and the corridor was
<br />pure Greek, but anyway, and always according to the news-vendor, Poland was
<br />to hand them both over to the Germans either with its own free will of by
<br />force. The news-vendor kept on his way always shouting the ominous news,
<br />and Werner already up from the ledge and with his miserable trench-coat on,
<br />stood for a moment looking disgusted. All those big shots are itching to
<br />start a new war, he told himself. Take my word for it. Every ten to twenty
<br />years or so the sons of bitches start talking about the threat of war and
<br />how much they loath the idea, just to pull the wool over the eyes of the
<br />idiotic public of-course, and then one fine morning the war is a fact and
<br />the bellicose ruling jackasses of this world are up and ready to squeeze the
<br />trigger, with their canons arrayed in perfect order against each other's,
<br />their ugly dark mouths awaiting to be fed with the bodies of tens of
<br />thousands of tin soldiers. 
<br />Yes but.... Well of-course none of this had anything at all to do with
<br />Werner, for Werner was excused from army duty. And thank heaven for that -
<br />not that Werner was a religious guy; on the contrary.- and that red-faced
<br />doctor at the conscription centre who had concluded that Werner's feet were
<br />too flat for military service. And the good physician had been even firmer
<br />in his decision to send Werner home, when the latter had claimed frequent
<br />epileptic spells which had him flat on the ground kicking and convulsing
<br />like a mad dog, foamy saliva popping out his mouth, and the pupils of his
<br />eyes rolled up and almost inward. 
<br />In the end Werner was excempted from military service ''for health
<br />reasons'' as the paper he was given read. These were his thoughts as he
<br />neared the exit from the Tiergarden. War or no-war it was all the same to
<br />Werner. , he
<br />mumbled.  he mused, ''others'' have a country to sacrifice their lousy lives for.&gt; They have
<br />been raised inside real houses, he continued his silent argument, with
<br />roofs above their heads, with mothers everyday to see to their needs,
<br />fathers to provide for them, teachers, toys; everything a child may need.
<br />While on the other hand, the various orphanages, the cold streets in the
<br />dead of the winter, the chilly construction-sites he used to sleep in at
<br />nights - sometimes even under the bridges along the Sprea River -  the
<br />prisons, the jail cells, the dining with left-leftovers spilling from the
<br />brim of trash containers in the company of stray dogs and not that of
<br />idiots, hardly construed for Werner the meaning of the word ''Country'. For
<br />Werner lived in a jungle, and no fool ever gave his life away in defence of
<br />a jungle. 
<br />By now he was well away from Tiergarden and without even knowing it, he
<br />was following a certain direction still lost in his own thoughts: All that
<br />mumble-jumble which people all around him used to get high on, all that
<br />crap that sent crowds flood open squares chanting and cheering, and made
<br />them willing to hurry to the ditches and kill or be killed, happy and with
<br />a stupid feeling of fulfilment, left Werner indifferent and cold as ice.
<br />Democracy, freedom, nazism, fascism, socialism, communism, imperialism -
<br />epithets void of any real essence, addressed at gathered crowds, big words
<br />uttered by shrewd politicians, promises of blue, red or black heavens, and
<br />then lectures about the ''true meaning''  of the words ''duty'',
<br />''allegiance'', ''heroism'', ''sacrifice''. All this was nice and good for
<br />your average sucker, but not for Werner, no sir. For Werner Libnits now at
<br />the age of 27 was dead sure that in this blasted world there was no train
<br />or bus heading for this so much-dreamed-of venue called paradise. 
<br />But then again if it so happened that paradise existed, Werner  himself
<br />hardly knew the itinerary of the vehicle leading to it so he could hail it
<br />down and board it, and as for the ticket, he had lost it the very minute he
<br />was half way through his mother's womb, coming to the world. 
<br />He stopped for a moment, looked around him as if he was trying to find his
<br />bearings. And then he realised he was heading straight to the ''Keizer
<br />Friedriech'' museum. Far beyond the Berlin sky, the trees and the
<br />grim-coloured buildings stared down at him in a strange,
<br />whimsical way and a voice coming from nowhere whispered in his ear: name is Rosa Epstein.&gt; §
<br />
<br />CHAPTER EIGHT
<br />
<br />He walked inside the Gestapo building with firm, long strides, the
<br />expression on his face cool and confident. He ascended the white, marble
<br />steps, then kept on down the corridor off the staircase. 
<br />To his left and right the SS soldiers standing guard inside the building -
<br />one soldier outside the office door of the various departments housed in
<br />the headquarters - seemed to him like tin uniformed figures as they snapped
<br />the heels of their boots together, as he walked past them. 
<br />He kept walking down the corridor, nearing his destination but now
<br />with every step he took, he began feeling his feet weak and trembling,
<br />and the beads of sweat on his forehead freezing cold. Suddenly his
<br />shirt-collar felt too tight, like a noose around his neck. Presently
<br />he saw the big, well-varnished door down by the end of the hallway and
<br />it was like the door was coming towards him, not the opposite. 
<br />The guards to the left and right of the door froze to attention.  He
<br />knocked at the door, and as it opened, he entered the outer office and
<br />jerked his outstretched hand halfway upwards- his motion resembling that of
<br />a winding puppet. .  The sturmbandFhurer behind the desk,
<br />sprung to attention and returned the salutation in precisely the same
<br />manner before he ushered him to the inner office, saying, Doctor. The Groupenfuhrer is expecting you...&gt; 
<br />The visitor took the few steps leading to the door of the huge inner
<br />office, trying desperately to look calm and in full control of himself. A
<br />small space like a waiting parlour was situated between the outer and the
<br />inner office and the secretary working there left her desk to open the
<br />final door for him. It was behind that door where the ultimate monster was
<br />looming, and our man felt a strange numbness spreading down along both his
<br />legs, and the oxygen in the air running short. Suddenly he felt shocked and
<br />ashamed of himself, a perfect coward. Anger began building-up inside him
<br />like fire spreading in a woodland under strong wind. He clenched his teeth
<br />and walked through the doorway. One, two, three steps on the thick carpet,
<br />then he halted abruptly, raised his right foot and brought it down with a
<br />thud, then sprung out his stretched arm and...; The very same
<br />exclamation he once used to offer with so much vehemence, now only brought
<br />to his mouth an aftertaste of vomit. 
<br />SS Groupenfhurer Reinchart Heindrich, the supreme and indisputable boss
<br />of the Reich's security services sat right across him, behind his
<br />impressive oak desk under the dark and ecstatic gaze of Adolph Hitler which
<br />now seemed menacingly pinned on the visitor, as the latter faced the
<br />Fuhrer’s portrait. Heindrich did not bother to return the salute. He
<br />remained silent, perched behind his desk like a predatory beast, his small,
<br />restless eyes piercing the newcomer's garments and flesh, focusing at last
<br />on his terror-stricken soul. 
<br />The Groupenfuhrer was a big, well-fleshed man with a high, broad
<br />forehead , full, sensual lips and a long, hooked nose which emphasised
<br />even more his hawkish appearance. Yet you could hardly describe
<br />him as ugly or even unattractive. His hands were long and strong,
<br />moving with ease and grace, his fingers slender and sensitive, those
<br />of an artist, which was the case as he was an accomplished violin
<br />player. Only that the artistic side in him was misleading as to the
<br />true nature of the man, for those who knew him very little if at
<br />all. , he spoke at last with a high pitched, hissing
<br />voice which was at odds with the rest of his posture. up your mind?&gt;  
<br />, the other man replied, trying to make his
<br />voice sound as calm as possible. 
<br />this mission as of extreme importance and he never ceases asking me if
<br />you've already commenced preparations. Of-course I have never mentioned to
<br />him that you are a bit sceptical in taking charge of the.... shall we say
<br />operation, and that you've asked for a 24-hour deadline,
<br />so you could give the
<br />matter some more consideration - a matter which is our Fuhrer’s own
<br />personal wish, though. And you must know by now, Doctor Melhorn, that our
<br />Fuhrer is rigid as adamant when it comes to discipline. A probable display
<br />of  insubordination on your part would have most certainly infuriated him to
<br />say the least.&gt; 
<br />Melhorn was feeling already like a wrestler with his back flat against the
<br />ring canvas. It was as if the other man had ripped apart his chest with his
<br />bare hands and he was now pulling hard at his guts, trying to disembowel
<br />him. 
<br />Melhorn replied at last, suddenly feeling his throat as dry as desert in
<br />midday.  
<br />never mentioned anything about your health being poor.&gt; 
<br />exhaustion gradually deteriorating, some headaches every now and then....&gt; 
<br /> the other man cut in curtly. 
<br /> 
<br /> may ask?&gt; 
<br /><I />of late my condition is getting to the worse. I have spells of terrible
<br />dizziness, and sometimes I even feel I will collapse.&gt; 
<br />be that it was the other day, when I asked you to be in charge of this
<br />special operation by the border?&gt; Heindrich inquired in a low, sarcastic
<br />voice. 
<br />Melhorn for just a second felt the rug being pulled under his feet. The
<br />unmistakable accusing undertone in Heindrich's alluding was so keen that
<br />Melhorn felt it like a sharp knife cutting through his flesh. certainly not&gt; he stuttered. mission, sir. Simply....I am a sick man, Herr Groupenfuhrer and just
<br />because this mission is so important and crucial, it demands, I would say
<br />the...the outmost of one's ability and effort, therefore it occurred to me
<br />that I was not the right person for the job, as I feel unable to meet what
<br />is required of me in terms of responsibility and effectiveness, honoured
<br />though I feel that I was chosen to head the operation. So this is why I
<br />came here today, sir to inform you that I cannot take charge of the
<br />it.&gt; So he had done it! He had just said it! He had taken the decisive step
<br />towards... God knew where. But he had done it! And all he could do now was
<br />to wait in anguish for the outcome of his folly. 
<br />The man behind the huge desk kept looking at him, his beady, penetrating
<br />eyes fixed on his visitor's face, his voluptuous lips pursed in a wicked,
<br />vitriolic smile.  Heindrich said in a small voice, as if he was
<br />talking more to himself. not? It is your little conscience that gets in the way.&gt; 
<br /> the other man protested, but Heindrich cut him short by
<br />simply raising his hand only to bang it violently against the surface of
<br />his desk. 
<br /> he snapped suddenly, the expression on his face a mixture
<br />of disgust and rage. do it. And this is all that counts!&gt;  He pushed his armchair viciously
<br />backwards sending it to smash against the wall as he stood up with a jerk,
<br />then he came around his desk with small, hurried steps. Presently he began
<br />pacing up and down his big office like a lion in a cage. conscience, sir!&gt; he shouted. <A />that you are more...sensitive that I am to such matters, your heart softer
<br />than mine or Himmler's or even of the Fuhrer’s!&gt; 
<br /><I> 
<br /> roared Heindrich once more. listen. This decision was made by the Fuhrer himself. I told you so and you
<br />knew it all along. And let me inform you that it was a hard decision too;
<br />taken after too much reluctance and too many hesitations. The Fuhrer went
<br />through  a merciless ordeal before he had made up his mind. Not only him,
<br />but all of us who... were called to carry it out. And I ought to admit,
<br />sir, as soon as he confided in us about his decision, we froze where we
<br />stood, dumbfounded and petrified, shocked from head to toes the whole lot
<br />of us. Our conscience protested too, but then of course we dully reminded
<br />ourselves that most and above all we are soldiers. Soldiers, Melhorn you
<br />hear!&gt; By now he was half crazed with anger. This otherwise cool man with
<br />the monstrous personality who liked to play with the idea of death and
<br />murder with the same ease that other people played a hand of poker, this
<br />obscure poet of terror - for only he new best how to terrorise the German
<br />masses - was now a powder keg in full explosion, as his visitor had had the
<br />audacious courage to challenge him, questioning the "Impeccable" of his
<br />character and the "Humane side" of it.  Heindrich went on
<br />in the same aggressive tone, years to this day since we signed that disgraceful piece of shit at the
<br />Versailles, Germany never stopped bleeding. They took from us everything,
<br />they drained us leaving to us nothing. Not even what little honour deserves
<br />a defeated nation. They took the German side of the Rhine. They took Saar.
<br />Gdantsic theirs too. Whatever fused life to our country they took from us,
<br />tightening the noose around our neck. And as if all this was not enough,
<br />they have us paying so astronomical sums of money in war compensations
<br />that they actually suck the very marrow off our bones. They deny us the
<br />right to a national industry. They deny us the right to have our own fleet
<br />of warships - no airforce too. There was a time when we had almost five
<br />million unemployed roaming the streets and no police force to contain them
<br />because we were not allowed to have one, risking to have our countrymen
<br />turned against and devouring each other so they could satiate their hunger.
<br />And besides all this, those bastards were pushing our nation to its
<br />historical demise - you are aware of all this. The generals of the allied
<br />occupation forces were free to do as they pleased, and so they did. They
<br />used to indulge in all sorts of debauchery, sometimes causing damages to
<br />the property of our people, stealing even, only to get away with it
<br />unscathed. And what about the Senegalese soldiers - those black servants of
<br />the syphilitic frog eaters - wandering in the streets day and night dead
<br />drunk molesting and raping our mothers, our sisters, our wives, bayonets
<br />in hand? Well, this is what Nazism tries to put and end to. This is the
<br />womb of history that gave birth to the Fuhrer and the Third Reich. So they
<br />can put an end to injustice, to hunger, to humiliation to the threat of an
<br />entire nation being wiped out from the face of the earth - a nation mind
<br />you second to none in terms of social organisation, hard working and a
<br />yearning for prosperity and progress.&gt; 
<br />Suddenly he went silent, steadied himself by taking hold of the corner of
<br />his desk with both hands, gasping for air. Then he went tiredly around the
<br />big piece of furniture and sunk in armchair, his head slightly bent. He
<br />stayed so for a minute or two and then raised his eyes again to look at
<br />Melhorn who all that while had remained motionless, frozen to rigidity.
<br />, he said finally, his voice nothing but a whisper.
<br />earnest - no second thoughts  - gladly, rejoicing in doing it even if what
<br />is asked of us is nothing less than to kill a thousand times and to be
<br />killed as many. We'll do it for Germany, do you understand? For Germany,
<br />our country, ready as it stands now to tear to pieces that disgraceful
<br />treaty of the Versailles and to reclaim at gun point the right to survival
<br />and happiness. Yes, we'll do it with or without you.&gt;  He stopped, relaxed
<br />somehow, lit a cigarette with steady hands and drew in deeply the fragrant
<br />smoke. His face was etched to a smile. Herr Doctor. Tomorrow you will be transferred to a place and service I am
<br />afraid you won't find to your liking. But I will not say a word to the
<br />Fuhrer about your refusal. Not for the time being at least. Sometimes
<br />uncertainty and doubt about the disaster waiting for us round the next
<br />corner, is far worse than the actual disaster itself. Off with you now!&gt; 
<br />Melhorn looked for a moment shocked, his face as white as an apparition's.
<br />Then he raised half-way up his outstretched arm and mouthed the
<br />all-too-hated slogan.  
<br /> Heindrich retorted still smiling.  are not too convincing.&gt; The other man kept staring at him for some more,
<br />lost for words, then turned about face with a fine, well calculated
<br />movement and walked out of the office. As soon as Melhorn's foot-falls died
<br />away at the far end of the hallway, Heindrich pressed his intercom button
<br />and the officer standing outside stormed into the office. I want SS Brigattenfuhrer Horst Diedrich and Captain Onayoks in this
<br />office,&gt; Heindrich barked, and the officer entirely took off to carry out
<br />his order. §
<br />
<br />CHAPTER NINE
<br />
<br />
<br /><img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/8628754684261141103-7926899789680687022?l=amiaoulis.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2008/09/25/Of_Rats_And_Heroes_(chapters_5-6</id>
		<author><name>Neptunus</name></author>
		<title>All in one: Of Rats And Heroes (chapters 5-6</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2008/09/25/Of_Rats_And_Heroes_(chapters_5-6"/>		
		<updated>2008-09-25T16:03:00-04:00</updated>
		<published>2008-09-25T16:03:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	CHAPTER FIVE
<br />
<br />
<br />It was well past midnight when Werner Linbitch, wrapped as best as
<br />possible in his shabby, thread-bare Army coat, with its collar raised and
<br />his long, powerful hands thrust deep down into the coat's pockets,
<br />sauntered slowly up Bismarck Avenue, toward the Zoo. The moon high up in the
<br />darkened dome of the sky was sailing away, gliding leisurely amid the low,
<br />threatening clouds which were perched like enormous, mythical black-birds
<br />above the steeple of the Wilhelm Kaizer's Church far beyond. 
<br />From the Spree River, curving at that point in an abrupt, whimsical way
<br />and getting too close to the avenue, the breeze blew cold and moist, and
<br />this feeling of dampness seemed to engulf the whole area strong and
<br />piercing, getting through your bones. Sparse whiffs of mist shrouded the street -lights creating haloes round the bulbs. 
<br />Werner had lost track of time. It was some hours now he was wandering
<br />aimlessly in the streets. Almost a year in prison, stuck in a narrow, grim
<br />cell, it seemed, he thought, as if he had been doing nothing more than
<br />dreaming each and every night of this exhausting wandering around the big
<br />city - this city which it was part and parcel of what he called life&gt;: an ocean of loneliness, of fear, of wild, well-hidden wrath, in which
<br />the scars moments of relative happiness seemed like lone, tiny islands
<br />scattered far apart from each other. 
<br />He was nearing the corner right across the central train station, when
<br />from the side of Curfhurstedamn, to his right, he heard voices and cries
<br />merging together and rising like the angry thundering of a flooded river
<br />streaming toward him _ wild cries, almost hysterical. He saw a throng of
<br />people approach running and yelling. 
<br />Most of them were youngsters donned in Hitler's Youth uniforms and
<br />insignia. Among them you could also see a few SS and Gestapo people along with some
<br />others. The rioting crowd was running across the width of the avenue
<br />brandishing sticks, wooden butts, iron rods, chains and torches, chanting
<br />angry slogans against the Jews, cursing them, attacking all the Jewish
<br />shops they met on their way, smashing window fronts, raiding the
<br />establishments, destroying goods and furniture, tearing up, burning and
<br />looting indiscriminately. And then on they moved to the next one, or to the
<br />one across the street. 
<br />Every now and then from the apartments above the marauded shops windows
<br />opened, lights turned on, people half-dead with fear appeared on the
<br />balconies _ some of them shouting, imploring the night invaders to stop
<br />this orgy of destruction. 
<br />Those of the people under siege who had the insane courage to venture to
<br />the rescue of their shops and everything they represented _ the toil and
<br />hard work of generations in a row _ instantly fell victims to the flaring
<br />rage of the attackers, who began beating, kicking, and molesting them in
<br />every conceivable way. And as the fierce pack of people kept storming on, what
<br />they left on their wake was human figures sprawled on the pavement, all beaten-up and
<br />bloody. 
<br />Werner stood aside for a moment, waiting for the worst part of the
<br />man-made calamity to pass and then, as the angry throng of people moved on
<br />further up the avenue still smashing window fronts and looting until it
<br />split in two smaller groups which followed different directions _ one
<br />turning left and on to the Bismarck Avenue, the other turning right, toward
<br />the Zoo grounds and Anhalter _ he kept walking to the right, in the
<br />direction of Kurfhursterndamn. 
<br />There the sidewalks were covered with a thick, uneven layer of broken
<br />glass that caught the lights, reflecting them in a strange, blinding way.
<br />Among the debris one could see pieces of furniture some half broken, and
<br />here and there small pools of congealed blood turning black. People
<br />gathered outside the marauded shops, looked on impassively, some making
<br />sarcastic comments about this scene of biblical chaos unfolding before
<br />their very eyes, while crawling among their feet the Jewish victims of this
<br />incredible vandalism, smeared with their own blood, desperate, their eyes
<br />hollow and huge with terror were trying to salvage whatever they could from
<br />the wreckage of their property. 
<br />Taxis and cars carrying Berliners to and fro their night outings drove by
<br />slowly, carefully negotiating the strewn with broken glass deck of the
<br />street, while uniformed Policemen, who only a little while ago had watched
<br />indifferent the pogrom in progress, were now trying to get the traffic back
<br />to order, waving cars and pedestrians this way and that with rather tired,
<br />unwilling gestures. 
<br />Werner mixed for a while with the crowd of onlookers, then walked by the
<br />ruined shops, a bit curious, somewhat annoyed, listening with disgust to
<br />the nasty  slung at the devastated and miserable Jews by the passing
<br />by Berliners. 
<br />Werner didn’t like Jews. In fact Werner didn’t like no-one. Scenes of
<br />violence and crime hardly ever impressed him. 
<br />But there was something about this all-too-well orchestrated persecution
<br />of Jews that somehow made him feel angry. It was this air of omnipotence
<br />about those punks of the SS and the Gestapo, those green mama's boys _
<br />who, he was sure, if you could manage to strip them off their uniforms and
<br />slap them once or twice across the face, they would have taken off
<br />screaming for help and protection - that really bothered him. 
<br />His head heavy with these thoughts, Werner presently realised that he had
<br />reached his destination. It was the same old place he used to frequent
<br />since his early days, whenever trying to get something to eat so that he
<br />wouldn’t sleep with his stomach empty. 
<br />He stood outside the big, well lit Horge's restaurant, one of the
<br />classiest and more aristocratic Berlin had to offer, and meeting ground on
<br />a nightly basis of every rich tourist, diplomat, and member of the
<br />so-called high society in town. And of-course among the patrons of the
<br />place as of late  were quite a few officers of the Wermacht and the SS. 
<br />Werner's eyes were fixed on the huge window fronts of the fancy
<br />establishment, looking like hypnotised at the spectacular arrangement of
<br />platters full of delicious foods, sweets and fruits and the array of bottles
<br />of expensive wines brought in from all over Germany. A gourmand’s Paradise
<br />before his very eyes. And right behind this every hungry man's magnificent
<br />sight, Werner could see waiters moving swiftly among the tables occupied by
<br />small groups of smartly dressed and good spirited customers; men wearing
<br />well-tailored evening suits or flashy uniforms, ladies in long, expensive
<br />gowns. 
<br />Werner kept watching them as they were eating and drinking, immobile, a
<br />tall, expressionless man with wide, slightly bend shoulders, grey,
<br />half-closed eyes set deep in their sockets like those of a wild animal
<br />lurking in the dark, ready to attack its prey. 
<br />He was hungry. God, he was very hungry, his hunger punishing, painful
<br />almost _ the kind of agonising and aggressive hunger that tormented him and
<br />was always there since the day he became aware of his existence. But at the
<br />same time it was exactly this feeling of hunger which made him feel a
<br />stranger, completely cut-off from their , a perfect outcast living
<br />in the margin of the shithouse they called their . 
<br />The time on the pendulum clock hanging on the wall to the restaurant's far
<br />end read half past one and most of the customers had began leaving the
<br />premises. Now the time was near for Werner's little improvised feast, when
<br />he would attack in his desperate and furious fashion - like so many times
<br />in the past - what he called . The same old ritual since the days
<br />he was a child, all alone in the world, a frightened wild little tramp
<br />roving aimlessly those very streets. 
<br />He took his eyes from the window front, walked to the corner of the block
<br />and turned it, then kept on and got in a dark construction site. Once
<br />inside the basement of the building under construction, he bent both his
<br />knees and began feeling the debris around him until he found a piece of
<br />wood with a few crooked nails protruding from its other end. He rose, went
<br />out and then came round to the back of the big restaurant and on to a
<br />half-dark alley yard lined with old buildings. Exhausted with fatigue and
<br />hunger, he sat on the stone threshold of a house right opposite the
<br />restaurant's back entrance pinning his eyes on it. The lights in the big
<br />kitchen were still on. And on the pavement outside the kitchen he could
<br />make out the outline of several rubbish bins in array. Near and around the
<br />big garbage containers was already gathered a pack of stray dogs _ a very
<br />old and familiar sight to Werner _ skinny, ugly and dirty animals waiting
<br />there with their snouts moisten, their eyes bloodshot and wild. Few of them
<br />bore scars from old wounds and most of them stole hostile stares at Werner
<br />every once in a while, snarling at him, baring their teeth. 
<br />This ominous measure-up between the human and the dogs lasted until the
<br />moment the kitchen's door opened wide and seven or so sweat -dripping young
<br />men came out carrying big paper bags full with the evening's left-overs. 
<br />When the assistants went back into the kitchen and the door closed behind
<br />them, Werner got to his feet, tightened his grip round the wooden weapon
<br />and took a last look ta the pack of hungry dogs. 
<br />The animals stood their ground firmly, staring back, grunting angrily. 
<br />Then the human took a few slow, decisive steps forward, now holding the
<br />butt with both hands. 
<br />The grunting of the dogs sounded louder, more fierce and menacing as
<br />Werner came closer. Some of them stepped back and  to the sides, and began
<br />barking and howling. 
<br />The minute Werner got near the bin at the end of the line, to his left,
<br />the smaller of the animals, a bastard _ a vague mixed breeding of Doberman
<br />and Curtshaar _ dashed off like a living bullet and dived for his feet,
<br />howling in rage. 
<br />Presently Werner's boot smashed violently against the dog's rib cage,
<br />while at the same time his butt came hard on its head, crushing its scull
<br />with a hair-raising cracking sound. 
<br />The dog began rolling wildly on the ground squealing, blood jettisoning
<br />from its smashed head, while a huge Alsatian and a chubby, crippled bitch
<br />rushed on to Werner from behind. 
<br />He spun on his heels and, using the stick like a sabre, thrust it
<br />into the Alsatian's ribs. Suddenly he felt  the bitch's teeth finding
<br />their way into the flesh of his calf. 
<br />Werner began kicking like a horse ran amuck, jerking and twisting sideways, dragging
<br />along the filthy bitch which wouldn’t let go of his calf. He raised the
<br />stick once more _ the protruding nails turned downward _ and brought it
<br />down with all his strength. The stick drew an arch wheezing before it
<br />landed hard on the animal's backbone, the nails driving deep inside her
<br />flesh. The bitch fell on her side paralysed and began convulsing and
<br />squealing wildly, blood streaming through her teeth and on to the
<br />cobblestone hot and steamy. 
<br />The other animals, enraged by the howling and the squealing of their
<br />injured companions and the smell of blood, attacked the tall man in unison
<br />and from all directions, while he, facing now the threat of a ruthless and
<br />savage death, kept spinning around, brandishing the butt with immense
<br />strength _ the product of his crazy panic _ smashing heads, shattering ribs
<br />and bones. 
<br />Presently on the nearby buildings windows began to open and doors. Some
<br />people from Horge's restaurant came out running and shouting , trying to
<br />scare the animals away. 
<br />The dogs _ at least those still able to stand on their four feet _
<br />dispersed, turning to face the new attackers, grunting and baying wildly,
<br />baring their teeth. And then, when their infallible instinct told them they
<br />were fighting an already lost battle, they retreated, disappearing in the
<br />darkness. 
<br />Werner took a few steps back limping, until he reached the wall of the
<br />restaurant and leaned on to it gasping. His wide chest pumped uncontrollably
<br />and his pale, drawn face was wet with perspiration. 
<br />His old, shabby battle-dress was literally hanging in shreds from his
<br />body, spotted with big stains of blood _ both his and that of the animals _
<br />and from his injured left leg blood trickled down on to the cobblestone. 
<br />He stood silent there, unwilling to offer any explanation to the
<br />bystanders as to what had happened, so the windows on the surrounding
<br />buildings began closing again discreetly one after the other, the people
<br />from the restaurant went back inside and the half-dark alley-yard submerged
<br />once more into the silence of the night. It was then and only then that
<br />Werner Libnitch pushed away from the wall he was leaning to, and almost
<br />dragging along his wounded leg, approached the boxes. Some of them were
<br />lying there, overturned, their contents littering the sidewalk. Werner
<br />rummaged through the left-overs, looking for edible tits and bits _ his
<br />first supper in freedom after one full year in prison.
<br />
<br />CHAPTER SIX
<br />
<br />The phone rang one, two, three times, its ringing shrill and dry. Walter
<br />Selleberg, Chief of the SS counter-espionage network, let the confidential
<br />report he was reading drop on his desk and picked up the phone annoyed. 
<br /> 
<br />The voice on the other end of the line sounded uneasy. 
<br /> 
<br /> 
<br /> 
<br />. 
<br />The voice became softer, trailing and somewhat trembling. 
<br />. 
<br />to you. It seemed like you’ve disappeared as of late. Are you well, Sir&gt; 
<br />The voice on the other end of the line halted briefly, as if its owner was
<br />trying to catch his breath, and then again sounded muffled with hoarseness. 
<br /><I>. 
<br />office if you wish to drop by, or you'd rather have me over to yours?&gt; 
<br /> replied the other, his
<br />voice still low and agitated. situation over the phone. It's about, lets say, a personal matter. And an
<br />extremely grave one at that&gt;. 
<br /> 
<br />They agreed to meet in a quiet out-of-the-way little restaurant, somewhere
<br />along a side-street within the next hour or so, then the line went dead. 
<br />Selleberg, tall, lean, good-looking and good-natured, one of the most
<br />educated and well cultured cadres of the SS, remained still for a moment,
<br />musing. In the past, he thought, Melhorn was second in command of the
<br />Security Service of the SS. Once a lawyer in Saxony, the son of good
<br />family, phlegmatic with cool well calculated manners, Melhorn was renowned
<br />for his limitless capabilities in organising. It was thanks to those
<br />capabilities he had managed to climb fast and steady the rungs of
<br />officialdom, emerging as one of the most prominent members of the SS, in
<br />fact ranking only second to the omnipotent, ruthless and devilish
<br />Groupensfhurer Reinhart Hendrich, the undisputed Chief of the Security
<br />Service of the Reich. 
<br />Selleberg, who, in spite of his also remarkable rise in the SS hierarchy,
<br />had managed to salvage quite a few of his human qualities, still remembered
<br />Melhorn with feelings of gratefulness and affection, as the older man had
<br />treated him with kindness and understanding during the time the latter was
<br />second in command of the SD and Selleberg himself a young officer just
<br />transferred to the SS Command. 
<br />It was during those days that Melhorn, putting to full gear his abilities
<br />and working for days in a row, had managed to set up nation-wide the
<br />invisible network of the SD, the notorious Intelligence Service of the SS,
<br />the ever open and alert eyes and ears of the Nazi regime among the German
<br />people. He had succeeded in planting informers in every business, every
<br />factory, every single group of professionals, every workshop, trade union,
<br />neighbourhood, city, town and hamlet, thus watching and monitoring every
<br />thought, every word, every reaction of the average German. 
<br />What Melhorn had achieved back then, was widely regarded as a pure
<br />miracle. But in the course he had committed a grave mistake too,
<br />under-estimating the ruthlessness of his superior, Heindrich while
<br />conspiring against him, something which later proved to be fatal. 
<br />Heindrich, undoubtedly the most obscure and cunning figure among the brass
<br />of the Nazi gang, had managed within short time to decipher the intentions
<br />and the ambitions of his Lieutenant, so Doctor Melhorn had found himself
<br />rolling down the ladder as quickly as he had once climbed it, victim of a
<br />relentless war of attrition waged against him by his very boss. 
<br />Now Melhorn, despised and ignored by almost everyone in the Service, and
<br />in charge of an insignificant administrational post, with his reputation
<br />torn to pieces among the rank and file of the Nazi Orthodoxy, was clearly
<br />and urgently seeking out to meet with Selleberg, the new, bright and fast
<br />emerging star in the hazy Galaxy of the Third Reich's Secret Services. 
<br />To Selleberg it was more than clear right from the beginning that such a
<br />meeting, secretive and off the limits of his official capacity with a
<br />person who's faith in Nazism’s ideals had ceased from a long time ago to be
<br />regarded as unwavering, could turn out to be very harmful to his career.
<br />Nevertheless he did like Melhorn, and in a way felt indebted to him.
<br />Besides, although he was clever enough to keep such little  to
<br />himself, to some extend he shared Melhorn's tantalising doubts as to the
<br />quality, the ethics and the viability of the flamboyant Nazi visions. So
<br />he decided to go and see Melhorn, feeling morally obliged to do so for the
<br />most part, but also because the conspicuous agitation and panic of an
<br />otherwise cool and well-composed man like Melhorn had vexed his curiosity. 
<br />A full kilometre before their randevouz point, Selleberg ordered his
<br />driver to stop the car. He got off the big, black staff Mercedes, waved
<br />the driver away and covered the remaining distance to the restaurant afoot. 
<br />The place was almost empty and Selleberg found Melhorn already there,
<br />sitting at a table, to the far end. Melhorn was pale with black-blue
<br />circles round his eyes and his hand, holding a cigarette, was trembling
<br />slightly. The two men shook hands, Selleberg ordered something and as soon
<br />as the waiter walked away, he fixed his eyes on the other man's face
<br />searchingly. 
<br /> 
<br />Melhorn remained silent for a moment. He looked suspiciously around him,
<br />at the few people eating and talking in hushed voices at the nearby tables.
<br />Then he looked out the restaurant's front window. Satisfied they were quite
<br />safe he turned again to face Selleberg and began talking, his voice still
<br />tainted with huskiness, his speech halting. 
<br />Believe you are a very capable man... more than well educated ... a man
<br />with clear mind so to speak and... a highly developed sense of Judgement...
<br />in short, a person, I am convinced, hardly prone to mass brain washing or
<br />to the thoughtless adopting of totalitarian ideas of any kind...&gt; 
<br />He paused suddenly and lit a second cigarette with the butt of the one he
<br />was smoking already. He raised the new lit cigarette to his trembling lips. 
<br /><I>, he went on, as the only bright exception existing among the SS jungle. I also think
<br />you are the only man to whom one can open his heart, asking your valuable
<br />advise...&gt; 
<br /><I>, selleberg cut in,
<br />his face lit by a friendly smile. all about? Frankly, it's the first time I see you so upset...&gt; 
<br />. 
<br /> 
<br /><I>. 
<br /> 
<br /> 
<br /> 
<br />sick about the future of this country. I am anxious over Germany,
<br />Selleberg. About the fate of our people, about the fate of the peoples of
<br />the entire world for that matter&gt;. 
<br /> 
<br />promise me that you won't tell a single word to no-one, can I rely on
<br />that?&gt; 
<br />. 
<br />this fanatic amateur daydreamer at the Chancellery... you know who I am
<br />talking about...&gt; 
<br /><I> 
<br />blood. The war is a ¬fait accompli.¬ Nothing can reverse the course things
<br />have taken.&gt; 
<br /> the
<br />other man ventured. 
<br />him.&gt; 
<br /> 
<br />decision about the war is final I tell you. Orders have been issued to all
<br />directions; the Wermacht, the Luftwafe, the Navy are getting ready for the
<br />massacre. The war industry produces weaponry at unthinkable rates. Nothing
<br />can stop this tragedy. Even if the Western Powers appear willing to make
<br />concessions, even if Poland will accept all our terms. No! That... that
<br />humanoid in there... in the Chancellery will go ahead with his plan. He will
<br />drag the world right into the vortex of the bloodiest war mankind has ever
<br />known. He will dispatch the millions of our soldiers straight into a
<br />nightmarish holocaust the outcome of which is far from certain.&gt; He paused.
<br />His hands were shaking now and his deep-blue eyes were reddish. 
<br />, he went on, his voice a shade lower as he looked
<br />once more around him anxiously. whoever has managed to remain immune to the contamination of Hitler's
<br />totalitarian theories and ideals, can clearly understand that every
<br />coercive regime will sooner or later resort to war. And one can realise
<br />this even better by simply looking back in human history. It's inevitable,
<br />don’t you see? Totalitarianism, whenever and where-ever present throughout
<br />history, at one point or another has had resorted to war, thus seeking to
<br />enhance its ugly existence through bloodshed and destruction, doing so with
<br />the same eagerness that a flower seeks out the light, bending its stem
<br />towards the sun. Take Rome and Carthage for example. War was the main
<br />ingredient of their existence. There is no other way, Walter. Sad as it may
<br />sound, there is no other way. No! All those political systems that do not
<br />enjoy the support of the people they are imposed on, and their mandate is
<br />not being renewed by a proven public consensus and their services to the
<br />people are not being checked and scrutinised by this very people, they
<br />carry on existing by deriving their strength and authority from pure
<br />bigotry, arrogance and the exploiting of internal conflicts which
<br />eventually lead to war and destruction, succumbing to the tremendous forces
<br />growing beyond proportion within them, exactly as it happens with
<br />typhoons...&gt; He paused again and retrieved a handkerchief from his pocket,
<br />wiping  with it the thick drops of sweat off his forehead - his movements
<br />halting and uncertain. Selleberg kept watching him closely, speechless now
<br />and somewhat shaken. The other man  shook his head in desperation. 
<br /> Melehorn went on, not make only me, who dares to simply utter such words, a culprit, but
<br />even you, dear friend, who listens to them. Nevertheless, since... since
<br />yesterday morning I feel as though I have gone over the limits of reason;
<br />even those of madness, if you wish my friend.&gt; 
<br /> demanded Selleberg, openly alarmed over the
<br />course their conversation had taken. For it was only too clear now that
<br />they were both entering... dire straits... yourself.&gt; 
<br />Melhorn shifted nervously in his chair, and after he stole a few
<br />glances around him, he leaned over the table, getting closer to his friend. 
<br />fact! Yesterday morning he summoned to his office all his brass; Goering,
<br />Borman, Goebels, Himmler e.t.c. All present. Our guy too: Heindrich. And von
<br />Kanaris, of the Army Intelligence.&gt; 
<br /> 
<br />all expected. We, and the rest of the World, that is. And, well, come to
<br />think of it, one might argue that war is part of the game: It won't be the
<br />first, and most certainly is not going to be the last time something so
<br />awful in human history, is about to happen. Still, there is something else
<br />which really drives me up the wall all the way!&gt; 
<br /> the other man queried. 
<br /> 
<br />Selleberg now looked at his ex-colleague silent for a moment. It was
<br />obvious that he was trying to get the picture, alas with little success.
<br />Even so, nevertheless, he could sense that Melhorn was about to break some
<br />sort of horrible and incredible news to him. 
<br /> he insisted. 
<br />`Causus Belli’; a bloody reason that will provide him with the excuse to
<br />declare war against Poland - you get the picture now? He wants us to `put
<br />together, here in Germany, a unit of the Polish Regular Army - a
<br />clandestine operation, mind you _ which in the due course of time will
<br />`attack our Amy posts along the border.&gt; 
<br /> 
<br /> 
<br /> 
<br />for declaring war on Poland. And since the `enemy seems unwilling to
<br />provide him with the bright opportunity, he is determined to create it
<br />himself. And that, of-course, will herald the prelude of the bloodiest war
<br />the World has ever experienced. What we have here, is a cynical act of pure
<br />historical forgery the average human intelligence can hardly conceive.
<br />Still, old friend, please brace yourself and be ready to hear the worse...&gt; 
<br />Selleberg was now staring at the other man, his face frozen to an
<br />expression of shocked bewilderment. It was as if, all of a sudden, he had
<br />found himself right in the middle of a daytime nightmare. Just inches away
<br />from him, a top SS officer was going through a tremendous torment, as his
<br />awakened conscience rebelled and viciously fought against him. And
<br />Selleberg could feel the tremors of this unique battle rippling through his
<br />very own existence, as, up to that moment, he was at peace with himself,
<br />stubbornly turning his back to the horrible truth which, nevertheless, had
<br />never ceased to besiege his mind and soul since quite sometime ago. 
<br />you can take it?&gt; Melhorn asked his friend, in a pleading voice. 
<br />stands high above our individual fates, no doubt. For it has a great deal
<br />to do with the fate of Germany, her past, her present and her future, not
<br />to mention her place in history, in the years to come. So... they are about
<br />to launch a phoney attack against our Army posts along the German-Polish
<br />border, the attacking force consisting of Germans masqueraded as Polish
<br />soldiers, is this what you’re driving at?&gt; 
<br /> 
<br />, Selleberg repeated
<br />incredulously, his eyes hazed as he looked at nowhere 
<br /> Melhorn assured him impatiently. 
<br /> 
<br /> 
<br />would there not?&gt; 
<br />inhuman, the most cynical of all sinister schemes. Of-course, casualties
<br />would be the main ingredient; the dead and the wounded are a precondition,
<br />according to the master plan.&gt; 
<br /><I> the other man stammered. 
<br />, quipped Melhorn and added hurriedly, horror, of-course. WE Will round-up a sufficient number of poor-devils from
<br />the various concentration camps and prisons, we will promise them heaven on
<br />earth, we will get them through a hasty combat training and... there you
<br />are. The day before we attack Poland, those poor souls will be transferred
<br />secretly to the border disguised as soldiers of the Polish Regular Army,
<br />will be issued Polish-made weapons and finally will be urged to attack
<br />against our unsuspecting boys-in-uniform. And when the battle is over, the
<br />border line along the pre-selected spots will be littered with the bodies of
<br />dead German soldiers _ too many of them, mind you _ torn to pieces by a
<br />down-pour of Polish bullets.&gt; 
<br />boys?&gt; Selleberg asked in awe. 
<br /> Melhorn answered. in from the various concentration camps and prisons too, dressed-up as
<br />German soldiers. Because those prisoners are to be executed on the spot,
<br />and their bodies scattered along the border line, ostensibly the victims of
<br />the cowardly Polish attack. Those unfortunate creatures are destined to
<br />play the role of the `casualties on our side. But the horror hardly ends
<br />here. Because, as you may well understand...&gt; 
<br /> Selleberg
<br />interrupted. 
<br /> 
<br /> 
<br /> 
<br /> 
<br /> Melhorn finished his friend's sentence. they will promise them everything their little souls desire. But in fact,
<br />all they will be given is a bullet in the head after they have `performed
<br />their sham invasion. For, you see, such a military Operation calls for
<br />casualties on both sides. And he _ the host of the Chancellery _ has a
<br />bright mind for conceiving and organising little nice schemes of this
<br />nature and calibre. Besides, let us not forget the Ministry of Propaganda
<br />and our dear friend Herr Goebels. He has taken it to his heart to forge
<br />history, blaming the attackers for the terrible consequences of the
<br />imminent war. But in order to succeed in his gallant pursuit, he needs a
<br />good number of dead bodies, also footage and pictures taken on the
<br />battlefield. And of-course in the end he will have both!&gt; 
<br />The two men remained silent for a while, as Melhorn busied himself wiping
<br />off his forehead shinny beads of perspiration, while his eyes kept scanning
<br />anxiously the space around them. 
<br />Still silent and with his head low, Selleberg began drumming the
<br />finger-tips of his left hand against the wooden surface of the table. 
<br />, he
<br />mumbled finally. hideous and cynical way. And my best guess is that, finally, nothing will
<br />remain under the table. Sooner or later, the true facts will come to light.
<br />And when this dreadful moment will arrive, it may well smear the reputation
<br />of the entire nation far more than the consequences of the war we are
<br />about to wage against the entire World.&gt; 
<br /> Melhorn remarked, in a tired voice, This `hideous and `cynical thing, as you labelled it... this schizophrenic
<br />historical crime is to be planned and carried-out to its last detail by me!
<br />Yes, old chap, by yours truly! Our Boss, Reinchart Heirich summoned me to
<br />his office this morning, to tell me so.&gt; 
<br />Melhorn's hands trembled no more now. And that expression of raw fear was
<br />gone from his otherwise still excited face. Only his eyes seemed dim and
<br />reddish, as if they were bleeding, as rage kept boiling inside him - so
<br />fierce a rage, that it almost choked him as he spoke: 
<br />and because he wants to eliminate me. And because it won't be enough for
<br />him if I die once, no! He likes to have me murdered twice. For first he
<br />wishes to butcher my conscience and my human dignity, then my physical
<br />existence. That's it, Walter. This is why he wants me in charge of this...
<br />this...&gt; 
<br />Selleberg now looked at his friend astounded. they are going to kill you, once this thing is over and done with?&gt; 
<br />eye-witnesses left alive after the `operation is over. And me, myself,
<br />would have been the most `dangerous eye-witness.&gt; 
<br /> Selleberg asked
<br />tiredly.  
<br /> said Melhorn. <I />for your advise. If you trust me, that is, and if you want to risk an
<br />advise on someone who once cherished and honoured your friendship.&gt; He
<br />paused for a while, then he went on, his voice somewhat fading. <I />don't know what to do, my friend. I have the feeling, I am going crazy...&gt; 
<br />Selleberg could see tears shining in his friend's eyes. Damn, he thought,
<br />this is hard to believe: For this human wreck, sitting across him was no
<br />less than a high ranking SS official, the man who once had the entire
<br />Germany wrapped-up in a vast, horrible, and invisible net, woven of
<br />informers and stool-pigeons, now facing and experiencing the very horror
<br />and sheer brutality he had once inflicted on others; a man living through
<br />a nightmare that exceed by far the boundaries of human imagination. 
<br />, Melhorn demanded in anguish, you stood in my shoes?&gt; 
<br />, the other man offered in a
<br />low voice. to come up with a sound excuse - what else? Feign illness if need be. Or
<br />simply say, No. You should rather be discredited before the `event took
<br />place, than help it happen and then be killed.&gt; 
<br />Melhorn took his friend's hand in his and squeezed it warmly, while he
<br />tried to smile: 
<br /> Selleberg went on soothingly, have sworn loyalty and allegiance to our Fuhrer and to our duty to the
<br />Fatherland; to blindly obey and carry-out orders.  But... well, when it
<br />comes down to the real meaning of the word `duty, one can interpret it in
<br />quite a few ways. And as for loyalty... I would say that there is a limit
<br />to everything, loyalty and allegiance included.&gt;
<br />
<br />
<br /><img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/8628754684261141103-1066225908904292871?l=amiaoulis.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2008/09/25/A_Summary</id>
		<author><name>Neptunus</name></author>
		<title>All in one: A Summary</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2008/09/25/A_Summary"/>		
		<updated>2008-09-25T15:55:00-04:00</updated>
		<published>2008-09-25T15:55:00-04:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	’Of Rats And Heroes...’’ BY NICOLAS FOSS (NICOS FOSKOLOS) <br />A SUMMARY <br />Werner Libnits is an epileptic social outcast, a maverick kind of a vagrant roaming the streets of pre-war Berlin in a constant search for food _sometimes salvaged from the contents of dumpsters. <br />Claus Funke is an emaciated and deformed hunchback, malevolent, bitter, and hell-bent in getting even with his gruesome fate and society at large. <br />Rosa Epstein is the daughter of Professor Epstein, a renowned German-Jew physicist, who, together with some other as prominent members of the scientific society, are just a few agonising breaths away from discovering the properties of the atom’s fission. <br />An ever... enterprising Claus Funke, once he discovers who Rosa Epstein really is, decides this time around to run the show entirely himself by not reporting to his . Instead he shadows the young woman, until he spots her father’s hideout _Professor Epstein’s name already rates high in the of both the SS and the Gestapo list. Following a stake-out of the safe-house, Claus Funke eavesdrops through an open window to what it transpires between father and daughter, as the unsuspecting former gives away crucial details regarding his research and lab tests that are pregnant with promises for an unheard-of scientific breakthrough. <br />Werner Libnitz and Claus Funke represent in the most vivid and colourful fashion the everlasting and since-the-inception-of-time struggle between Good and Evil. As Claus Funke keeps on shadowing Rosa Epstein looking for his chance to ask for sexual favours by blackmailing her with divulging everything he knows about her dad to the , Werner Libnitz gets on the hunchback’s tail, as the rescuing of the young woman offers him a worthy cause. Thence the eventual confrontation; the hunchback gets licked good and proper. Following this incident, Werner Libnitz is arrested, tried for resisting arrest, and attempted murder, sentenced, and send to prison to serve his time of twenty years. And so are Rosa Epstein and her father: the young woman is send to an interrogation centre, the old man to a concentration camp. <br />A few pages later the young woman is freed, thanks to the intervention of Aldo Esposito, Cultural Attache to the Italian Embassy in Berlin, and a protege of Rosa’s step-father, a high-ranking official with the Italian Fascist Party. <br />Almost immediately after her release , Rosa Epstein once more will find herself harassed and besieged by Claus Funke. Rosa agrees to visit Claus at his house. Once there, a crazed with lust and passion Funke will lose no time in sprawling himself all-over her, leaving her no choice but to kill him. <br />In the meantime Professor Epstein, while incarcerated in the concentration camp, manages to kill himself. <br />Hitler’s plan calls for the staging of a major historical show, entailing the use of a good number of German outposts along the borders with Poland must be by . So they have to turn to the inmate population of the country’s correctional institutions.Werner is among those . <br />When the crucial day comes, Libnitz and his fellow convicts, masqueraded as Polish soldiers are shipped off to the outskirts of a German village by the border with Poland. <br />Their mission successfully carried out, the convicts retreat to the rendezvous point, just a few hundred yards off the village. There they find themselves surrounded by SS and Wermacht regulars who open fire at them. <br />Werner Libnitz along with a few more of his comrades manage to survive the carnage as they bolt and scatter. <br />Werner,By now secretly and desperately in love with Rosa Epstein, tries to locate her. Together with another prisoner, Werner snakes his way back to Berlin, where he pays a visit to Aldo Esposito’s house in his search for the young woman. Indeed Rosa is hiding there. <br />A motorman working with the German Railways Services agrees to let the three fugitives _Rosa, Werner, and his fellow convict_ hide inside the water-supply tank of the locomotive that pulls the passengeer train on route to Holland. Captured and tortured, Aldo Esposito would inform on Werner to his captors. <br />A combined SS-Gestapo force blockades the last station before the train crossed over to The Netherlands, though at the end of a fierce showdown, Werner Libnitz and his companions would manage to cross over and set foot on Dutch soil.Rosa suggests that the two of them spend together the rest of their living days. But Werner sends her off to freedom, while himself crosses over, and back to the German side of the border. Werner has some unfinished business to attend to.SS Brigadier Diedrich was the man who most and above all others had inflicted so much sorrow and pain on Werner. <br />So now Werner decides to pay Dierdrich a visit at his mansion, where the latter throws a party to celebrate the... victorious invasion of Poland by the German Armed forces. Upon entering the mansion, and before settling the score with Diedrich in the most dramatic and... final way, Werner Libnitz literally wreaks havoc. <br />When finally Werner Libnitz hits the ground, struck by an angry swarm of bullets, and seconds before he passes away, he experiences a feeling of total contentment and inner tranquility, his short journey through life somehow vindicated, and at the same time delivered from an otherwise wretched existence. <br />More reviews about the Of Rats And Heroes<br />Relevant Links:<br />• <a href="http://centralpublishing.co.uk">[centralpublishing.co.uk]</a> <br />.<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/8628754684261141103-1632614131701371799?l=amiaoulis.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2008/03/02/%ce%9c%ce%b9%ce%b1_%cf%83%ce%ba%ce%ad%cf%88%ce%b7_%ce%b3%ce%b9%ce%b1_%cf%84%ce%bf_%ce%9c%ce%b1%ce%ba%ce%b5%ce%b4%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ba%cf%8c</id>
		<author><name>Neptunus</name></author>
		<title>All in one: Μια σκέψη για το Μακεδονικό</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2008/03/02/%ce%9c%ce%b9%ce%b1_%cf%83%ce%ba%ce%ad%cf%88%ce%b7_%ce%b3%ce%b9%ce%b1_%cf%84%ce%bf_%ce%9c%ce%b1%ce%ba%ce%b5%ce%b4%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ba%cf%8c"/>		
		<updated>2008-03-02T15:59:00-05:00</updated>
		<published>2008-03-02T15:59:00-05:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	Θα ήθελα να ρωτήσω τους υπερπατριώτες του ΛΑΟΣ, όταν μια ωραία πρωία του<br /><br />Αυγούστου του 1944 αποφάσισε ο Στρατάρχης Τίτο να «βαφτίσει» τη Νότια Σερβία, «Μακεδονία» (μ' ένα σμπάρο, δυο τρυγόνια: γεωγραφική συρρίκνωση και αποδυνάμωση της Σερβίας, βλέψεις για προσάρτηση της ελληνικής Μακεδονίας στη «Μακεδονία» του κι ως εξ αυτού πρόσβαση στο Βόρειο Αιγαίο), οι δικοί τους (κυριολεκτικά) άνθρωποι που διαφέντευαν τότε τον τόπο, πώς αντέδρασαν;<br /><br />Αναφέρομαι σε μια ιστορική περίοδο (τέλος του Β' Παγκ. Πολέμου), που τα αμερικανάκια (για τους δικούς τους πάντα λόγους), είχαν όλη την καλή διάθεση να «καθαρίσουν» για πάρτη μας, το οποίο και έπραξαν με τη διαμαρτυρία του ΥΠΕΞ του Ρούσβελτ, 'Εντουαρντ Στετίνιους του Νεότερου, όμως το ερώτημα παραμένει: οι δικοί μας πώς είχαν αντιδράσει τότε, και σε τι ενέργειες είχαν προβεί;<br /><br />Αφήσαμε αυτή τη χαίνουσα πληγή και κακοφόρμισε, κι έτσι, αφού επί πενήντα συναπτά χρόνια η συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή έφερε την ονομασία, (με την άδεια της διεθνούς ...; αστυνομίας, αλλά και τη δική μας ανοχή), «Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας», θυμηθήκαμε να ξυπνήσουμε από την χειμέρια νάρκη μας μόλις το 1991, όταν οι Σκοπιανοί, με την απόσχισή τους από την Γιουγκοσλαβία, έκαναν το αυτονόητο, δηλαδή πέταξαν από την συνθετική ονομασία τους το «Γιουγκοσλαβική» και κράτησαν το, «Δημοκρατία της Μακεδονίας».<br /><br />Βέβαια σαν συνταξιούχος ναυτικός που είμαι, ουδέν δικαίωμα έχω να εκφέρω γνώμη επί θεμάτων εξωτερικής πολιτικής, όμως έτσι όπως τα κάναμε- με βάση την κοινή λογική, αλλά και τη διεθνή πρακτική, όλο που μπορούμε να επιδιώξουμε είναι ένας σαφής γεωγραφικός προσδιορισμός, ήτοι: «The Republic of Northern Macedonia», για τους Σκοπιανούς, «Southern Macedonia, Territory of Greece», για την αφεντιά μας.<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/8628754684261141103-4230695784708156586?l=amiaoulis.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2008/03/02/%ce%a0%ce%bf%ce%b9%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%ac_%ce%bc%ce%bf%cf%85_%cf%83%cf%84%ce%b1_%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%ba%ce%b1%ce%b9_%cf%84%ce%b1_%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%bb%ce%b9%ce%ba%ce%ac</id>
		<author><name>Neptunus</name></author>
		<title>All in one: Ποιήματά μου στα ελληνικά και τα αγγλικά</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2008/03/02/%ce%a0%ce%bf%ce%b9%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%ac_%ce%bc%ce%bf%cf%85_%cf%83%cf%84%ce%b1_%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ac_%ce%ba%ce%b1%ce%b9_%cf%84%ce%b1_%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%bb%ce%b9%ce%ba%ce%ac"/>		
		<updated>2008-03-02T15:54:00-05:00</updated>
		<published>2008-03-02T15:54:00-05:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	ΝΑΥΤΙΚΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ<br />Τότε, προτού το βγάλω το ρημάδι,<br />Του Πειραιά το βρόμικο λιμάνι<br />Στα νεανικά μου φάνταζε τα μάτια<br />Η θύρα που άνοιγε σ’ του κόσμου τα παλάτια.<br />Τώρα _αλίμονο_<br />Σε όλους τους χάρτες Βλέπω σημειωμένες,<br />Της μοναξιάς μου Τις συντεταγμένες.<br />***<br /><br />ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΤΖΑΚΙ<br /><br />Μέρες μου χαμένες,<br />Της αρμύρας μέρες,<br />Τι κι αν περασμένες,<br />Στη θύμηση νωπές,<br />Μέρες με το κύμα άλλοτε που λακούσα,<br />Κι άλλοτε με το κύμα που έβγαινα στις στεριές.<br /><br />Πλοία μου θεόρατα,<br />του κορμιού μου δυνάστες,<br />Πέλαγα μου απέραντα,<br />Της ψυχής μου αλάνες,<br />Πόρτα μου πολύχρωμα,<br />ξωτικοί μου έρωτες,<br />της αρμύρας μέρες,<br />Από ιδρώτα και θάλασσα,<br />Μέρες μου χαμένες;<br />Μέρες κερδισμένες;<br />Μέρες κόρες-άσωτες,<br />Στης ζωής το αντάριασμα<br />Στη θύμηση νωπές·<br />Μέρες που το κύμα,<br />άλλοτε πολεμούσα,<br />Κι άλλοτε με το κύμα<br />γλίτων’ απ’ τις στεριές<br /><br />***<br /><br />ΠΡΥΜΑ<br />Στην πρύμη στέκω και κοιτάζω<br />την προπέλα,<br />Έτσι όπως άσπλαχνα αλέθει με τ’ απόνερα<br />Τους μήνες και τα χρόνια της ζωής μου.<br /><br />***<br /><br /><br /><br /><br />1979<br />Αίφνης να κάνω όνειρα σταμάτησα,<br />Και τότε _αλίμονό μου_<br />Επιβάτης βρέθηκα σ’ ένα καράβι,<br />Που ‘χε την προπέλα του στην πλώρη.<br /><br />***<br /><br />ΩΡΑΙΟ ΚΑΙ ΕΠΙΚΕΡΔΕΣ<br />Από την πλώρη αγνάντευες<br />Του ονείρου σου τις πύλες,<br />Τις καμωμένες από μπλε,<br />Θολούρα και ηλιαχτίδες.<br /><br />Κι απ’ το καμπούνι ανάλαφρος<br />Ψηλά ανασηκωνόσουν,<br />Και στον αέρα αρμένιζες<br />Μπροστά από το βαπόρι,<br /><br />Ψάχνοντας πόρτα μυστικά<br />Με της ψυχής το μάτι,<br />_μοναδική σου ανταμοιβή.<br />Της θάλασσας εργάτη.<br /><br />***<br /><br />ΒΑΛΠΑΡΑΙΣΟ, ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ<br />Περνάει ο καιρός και μας σαπίζει.<br />Που ‘ναι οι μέρες που ‘κλαιγα<br />Για την αγάπη μιας Χιλιάνας<br />Πόρνης;<br /><br />***<br /><br />ΡΕΜΒΑΣΜΟΙ ΑΛΛΟΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ<br />Παλιά, την Καραϊβική<br />Όταν περνούσα,<br />Και τύχαινε να πέφτει<br />κάποιο αστέρι,<br />Κρυφά μου το παρακαλούσα,<br />Αιώνια μιαν αγάπη να μου φέρει.<br /><br />Μα πια την Καραϊβική<br />Όταν κροσσάρω βράδυ<br />Και τύχει κάποιο αστέρι,<br />να ,<br />Η μόνη ευχή που νιώθω<br />πως μου κάνει,<br />Είναι να μη μου πέσει<br />στο κεφάλι.<br /><br />***<br />ΜΟΙΡΑ ΜΟΙΡΑΙΑ<br />Θα ξαναφύγω ταξιδάκ¶<br />ως το Τόκιο,<br />Του Περικλή να φέρω ένα SEICO,<br />Του Γιώργη ένα μαγνητοφωνάκι.<br />Να μάσω και καμιά σαρανταριά<br />χιλιάρικα<br />_Έτσι ίσα για το σινεμά και τα σουβλάκια_<br />Ώσπου να ξαναφύγω.<br /><br />***<br /><br />ΟΜΙΧΛΗ<br />Η παγωμένη ανάσα<br />του Θεού _άσπρο σάβανο_<br />Από παντού μας ζώνει.<br />Φόβος!...<br />Κάποιου νεκρού η ψυχή<br />Κρατάει το τιμόνι!<br /><br />***<br />10 ΔΕΚΕΜΒΡΗ 1967, ΣΤΟ ΝΑΥΣΤΑΘΜΟ<br />(ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΗ ΚΡΙΣΗ - ΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΡΛΙΚΟΝ ΣΤΟ <br />ΚΑΙ Η ΨΥΧΗ ΣΤΙΣ ΠΑΤΟΥΣΕΣ)<br />Αν οι καυτοί άνεμοι του πολέμου<br />Στ’ άγριο διάβα τους μου κόψουνε<br />το νήμα της ζωής,<br />Και το του βίου μου κεφάλαιο θα κλείσει<br />Με το κουφάρι μου λιπαίνοντας τη γης,<br />Πιότερο απ’ την ταφόπετρα θα αισθάνομαι<br />βαριές,<br />Κάμποσες απορίες<br />Και μια θλίψη,<br />για κάποιες που δε γνώρισα χαρές.<br /><br />***<br />ΠΡΩΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ ΤΟ 1972<br />Πλώρη για την Οντέσσα<br />όταν βάλαμε,<br />Οι πιότεροι από εμάς,<br />βαθιά μέσα μας νιώθαμε να καίει,<br />μια κρυφή χαρά κι ελπίδα.<br />Μα πόδι σαν πατήσαμε στο ντόκο,<br />Γυναίκα σαρανταπεντάρα αφίλητη<br />μας καλοδέχτηκε ο σοσιαλισμός τους.<br /><br /><br /><br />ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΦΙΛΤΑΤΗ ΠΑΤΡΙΔΑ (ΞΕΜΠΑΡΚΟ)<br />Πόνε μου κερατά<br />Και ψυχοβγάλτη,<br />Ολούθε σε σεργιάνισα<br />Τόπους άλλους να λιμπιστείς<br />και να λακίσεις,<br />_ήσυχο επιτέλους να με αφήσεις,<br />την πλαστική μου ευημερία<br />να χαρώ.<br />Όμως εσύ τρόπους πάντα βρίσκεις<br />να με πηγαίνεις συνοδεία,<br />και να περνάς χωρίς δασμούς,<br />τα τελωνεία,<br />Ίσως γιατί στο κάτω κάτω<br />είσαι εγχώριο προϊόν.<br /><br />***<br />BLACK OUT<br />Τα μηχανήματα χαλάσαν στο καράβι,<br />Και τούτο θεοσκότεινο ακούσια πορεία<br />έχει χαράξει, του χαμού.<br /><br />ο Αχός μόνο ακούγεται<br />απ’ την αιώνια πάλη του αέρα με τη θάλασσα<br />_σίδερα που ζορίζονται και τρίζουν,<br />κεφάλια που τινάζονται,<br />μάτια που γυρεύουν του Χάρου τη σκιά<br />έξω στη βαρδιόλα.<br /><br />Στην τιμονιέρα όλοι μαζωχτήκαμε,<br />και τη θεϊκή απόφαση προσμένοντας,<br />Άλλοι μιλούσαν για χειρότερα,<br />Άλλοι για τη βλάβη,<br />Κι άλλοι σωπαίνανε,<br />Τις αμαρτίες τους μετρώντας.<br /><br />***<br /><br />ΠΕΡΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΩΝ (ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΤΕ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ)<br />Στην Κούβα από νωρίς μας κλειδαμπάρωναν,<br />Γιατί _λέει_ πολίτες ήμασταν<br />χώρας καπιταλιστικής.<br />Κι ύστερα στην Τζαμάικα<br />όπου  για Bunkers,<br />Πόδι να αγγίξουμε στο χώμα<br />δε μας άφηναν,<br />Γιατί _λέει πάλι_ από την Κούβα<br />ερχόμασταν, χώρα άθεη και<br />κομμουνιστική.<br /><br />Κι Εμείς;<br />Εμείς, όταν στο πέλαγο ανοιγόμασταν,<br />μούτζες ολούθε ρίχναμε:<br />Δεξιά, αριστερά, πάνω και κάτω.<br /><br />***<br /><br />ΚΟΝΤΡΑ ΣΤΟ ΚΥΜΑ<br />Να ‘ταν, όπως την πλώρη σου<br />ορθώνεις προς τα πάνω,<br />Ψηλά να τιναζόσουνα<br />Στα βάθη τ’ ουρανού<br />Κι εγώ ολόρθος και στητός<br />στην έρημη βαρδιόλα,<br />Να ‘ταν να σε διαφέντευα,<br />_άτι μου σιδερένιο_<br />μαστουρωμένος,<br />Από γαλαξιακή ακτινοβολία.<br /><br />***<br /><br />Μακριά _τόσο μακριά _ απ’ το σπίτι μας εφύγαμε,<br />Που ιδού μας τώρα οι καψεροί,<br />εδώ στην ξένη διαβιούμε νοσταλγούντες,<br />όσα πίσω μας αφήσαμε:<br />μέχρι και τις στιγμές ακόμη,<br />Που τόσο μας εφλόγιζε η ιδέα του φευγιού.<br /><br /><br />***<br /><br /><br />Σαν το Κολόμβο αλαφροΐσκιωτος<br />αν τύχει και δεν είσαι,<br />Ποτέ πλώρη μη βάλεις<br />ωκεανό για να κροσσάρεις.<br /><br />Γιατί, κύματα χίλια μέτρα<br />δε θα δεις,<br />Μήτε θεριά της θάλασσας<br />στη ρότα θ’ ανταμώσεις,<br />μήτε στεριές με δέντρα ροζ<br />και μοβ οροσειρές.<br /><br />***<br /><br />ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟ ΚΑΜΑΡΟΤΑΚΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ<br />Τ’ ανάθρεψε το έλατο,<br />μα η θάλασσα το πήρε.<br />Ως εγλυκοπιπίλιζε το θυμαρίσιο μέλι,<br />Στην άκρη βρέθηκε της γης,<br />με τη ματιά σβησμένη,<br />τη βρόμα όλου του ντουνιά<br />με το γλυκό το φλούδι,<br />να γεύεται σε μια βραδιά<br />μετά το μεροδούλι.<br /><br />Κι η κοπελίτσα του χωριού<br />με το μακρύ φουστάνι,<br />γκέισα αίφνης έγινε,<br />και η σάρκινη ομορφιά της,<br />για χρήμα προσφερότανε.<br />και τα ‘χασε ο χωριάτης.<br /><br />‘όπως το στήθος χάιδευε<br />της πόρνης το αφράτο,<br />κι όπως τον νου του παίδευε<br />ο γερο-Λεονάρδος,<br />που λόγια του ‘χε πει σκληρά<br />για τούτες τις γυναίκες,<br />και τι παθαίνει όποιος τολμά<br />μ’ αυτές να ‘χει κουβέντες.<br /><br />Και πότε σκοτιζότανε,<br />και πότε παθιαζόταν,<br />Και το χωριό του ολάκερο<br />στο πιόμα του πνιγόταν,<br />και του χωριάτη ο λογισμός<br />είχε βαθιά θολούρα:<br />Στη Yokohama μια βραδιά<br />του ‘ρθε ο κόσμος τούμπα.<br /><br />***<br /><br />ΣΤΗ ΝΑΥΤΟΥΡΙΑ ΤΩΝ ΚΟΛΑΣΜΕΝΩΝ ΠΑΤΡΙΔΩΝ (ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, ΟΠΩΣ ΤΙΣ ΛΕΝΕ)<br />Ως τις άκριες της γης φτάσανε οι επιτήδειοι,<br />γυρεύοντας τον κρυμμένο θησαυρό _το άδειο σου στομάχι.<br />Κι από τις άκριες της γης σε κουβάλησαν,<br />για ν’ αναμετρηθούμε,<br />πιο γρήγορα απ’ τους δυο,<br />ποιος θα μπορέσει,<br />με ιδρώτα να γεμίσει τις πισίνες τους.<br /><br />Κι εμένα ειδικά, μελαψέ αδερφέ,<br />που κατά ντιπ μαύρος δεν<br />ήμουνα,<br />δυο χέρια πίσσα την ψυχή μου την περάσανε,<br />κάνοντάς-με ρατσιστή.<br /><br /><br />***<br />ΠΑΡΑΠΟΝΟ<br />Όλοι οι καημοί<br />και οι πίκρες μας,<br />μαύρος καπνός βγαίνουν<br />από το φουγάρο,<br />και ψηλά χάνονται στα βάθη<br />του ουρανού,<br />για ν’ ανταμώσουν ένα Θεό<br />που μήτε βλέπει, μήτε ακούει.<br /><br />***<br />AMERICA LATINA<br />Από τούτες τις αυλές,<br />τις γεμάτες τροπικές μυρωδιές κι αγάπες άδολες,<br />ο θάνατος σαν περνά σε ξεκουφαίνει<br />και η χαρά όταν περνά σηκώνει σκόνη,<br />τόση,<br />που σκοτεινιάζει ο ντουνιάς.<br /><br />Σε τούτες τις αυλές τις μακρινές,<br />ο πόνος ομορφαίνει τα μάτια,<br />και το δάκρυ της μάνας σαν βλέπει<br />ο ήλιος τη μέρα<br />πασχίζει να στεγνώσει _ο ήλιος, του δίκιου ο Θεός.<br /><br />Σε τούτες τις αυλές που<br />_χρόνια τώρα_<br />η πείνα αντιμάχεται τα όνειρα,<br />οι κοπέλες λάβαρα σχίζουν και ράβουν.<br />Κι εκεί ανάμεσα στου ανθρώπου το τίποτε<br />_τα χαλάσματα_ και στου Θεού τα πάντα_<br />τη βλάστηση την τροπική_<br />μέρος πάντα θα βρεις να φυτέψεις μια ιδέα _πλάνα για ένα καλύτερο αύριο.<br /><br />Σε τούτες τις αυλές οι κακουχίες γεννούν την αρετή,<br />και η αρετή γεννάει<br />τους άντρες τους θεόρατούς<br />που με τα χέρια τους κρατούν τον κόσμο<br />να μην πέσει.<br /><br />***<br /><br /><br /><br /><br /><br /><br /><br /><br /><br /><br />ΕΛΑΧΙΣΤΟΣ ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΣΕ ΜΙΑ ΤΑΥΛΑΝΔΕΖΑ ΠΟΡΝΗ<br />Σ’ αυτόν τον κόσμο<br />που ψοφάει για ναυτικές<br />και πονεμένες ιστορίες,<br />Σ’ αυτόν τον κόσμο που<br />δεν ξέρει στάλα ν’ αγαπάει,<br />θαρρώ οι δυο μας άσπρη μέρα<br />δε θα δούμε.<br /><br />Όμως σε χρόνους μακρινούς<br />μας βλέπω τιναγμένους<br />απ’ τη βία της αζήτητης αγάπης μας<br />σε ύψη δυσθεόρατα,<br />να σεργιανάμε σε γαλαξίες πνιγμένους<br />στα φώτα και τα χρώματα,<br />πάνω σε δυο τεράστια ιπτάμενα χαλιά:<br />το βιβλιάριο υγείας σου εσύ, κι εγώ το ναυτικό φυλλάδιό μου.<br /><br />***<br /><br />ΔΕΟΣ<br />Μαυρίλα ολούθε,<br />κύματα βουνά,<br />κι ένας αγέρας που τα θέλει<br />όλα δικά του.<br />Στημένος είσαι έξω στη βαρδιόλα<br />και ανασαίνεις την αντάρα.<br />Τούτη η θανάσιμη απειλή ανάστημα έχει<br />κι ομορφάδα.<br /><br />***<br />SUNDA STRAIT<br />O διάολος πέρα στ’ ανοιχτά<br />δρόσιζε το κορμί του,<br />και η καυτή ανάσα του<br />ξεσήκωνε τυφώνες.<br />Αγάντα να προλάβουμε να μπούμε<br />στα Στενά.<br />Στο Κόμπε μας προσμένουνε<br />μεταξωτές γοργόνες.<br /><br />Κι ό,τι κακό είναι να μας βρει,<br />κάλλιο στο γυρισμό·<br />_αν είναι να πνιγούμε,<br />με το κορμί ανάλαφρο<br />τη ρότα για Παράδεισο<br />ευθύς θε να τη βρούμε.<br /><br />***<br /><br />ΝΥΧΤΑ ΣΤΑ ΤΡΟΠΙΚΑ<br />Γιομάτο μυρωδιές<br />τ’ αγέρι<br />μέσα απ’ τις πάλμες και τις μανγκρόβες<br />όπως γλιστρά<br />γλυκά φιλάει το κορμί και το διεγείρει.<br /><br />Κι ένα φεγγάρι ολόγιομο<br />με σκιές μύριες ντύνει<br />το τοπίο,<br />_έτσι όπως του πρέπει μισοκρυμμένο<br />να ‘ναι,<br />ονειρικά ακαθόριστο,<br /><br />να ‘χεις μετά να το θυμάσαι<br />και να το ιστορείς<br />καταπώς του πρέπει:<br />φτιασίδια όλο, και υπερβολές.<br /><br />***<br /><br />ΣΤΟΝ ΕΙΚΟΣΤΟ ΑΙΩΝΑ<br />Είναι καιροί, κατά καιρούς<br />που δεν καλοκαιρεύει.<br /><br />***<br /><br /><br />ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ<br />Εκείνο το πρωί<br />Στις άκριες του μεγάλου δρόμου<br />πλήθη ανθρώπων στριμωγμένα ήτανε<br />_Θε να περνούσε ο βασιλιάς.<br />Κι αλήθεια, μια άμαξα φάνηκε να ζυγώνει<br />πλουμιστή και χρυσαφένια<br />στη μέση μιας παράταξης<br />από καβαλαραίους πολύχρωμους<br />και μπακιρένιες μπάντες.<br />Κι όλος ο κόσμος φώναζε, <br />απ’ το υπερθέαμα συνεπαρμένος.<br />Και μέσα από την άμαξα ένα κατιτίς<br />_ένας άνθρωπος; μια στολή άδεια;_<br />το χέρι του κουνούσε...<br /><br />***<br /><br />ΥΠΕΡ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, ΤΕΩΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΒΑΣΙΛΙΑ ΚΑΙ ΝΥΝ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΙΑ<br />Πάνε χρόνια πολλά τώρα που κάποτε<br />σε είχα δει στην τηλεόραση,<br />ντυμένο με μια άσπρη νυχτικιά<br />να σπας τούβλα με χτυπήματα Καράτε.<br />Κι η απορία είναι ακόμη στο μυαλό μου,<br />και κοντεύει να σαπίσει. Ένα ερώτημα: Γιατί, αδελφοκτόνε;<br /><br />***<br /><br />ΓΕΝΕΘΛΙΑ<br />Έτσι καθώς το βλέμμα μου<br />λιάζεται στο τελευταίο φως της μέρας<br />που παραλλάζει ανάλαφρα<br />το γαλάζιο του νερού και του ορίζοντα,<br />Κι έτσι όπως το πεδίο<br />το βρίσκω ακόμη πιο στενό,<br />στην 33η επέτειο των καλοκαιριάτικων ρεμβασμών μου,<br />ένα μονάχα αποζητώ,<br />ένας μονάχα είναι ο πόθος της ψυχής μου:<br />Μια στάλα κατανόηση, ένα σπυρί αγάπη.<br /><br />Σκύρος, 9 Ιουλίου 1980<br /><br />***<br />ΣΤΙΓΜΗ ΣΠΑΝΙΑΣ ΕΡΩΤΙΚΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ<br />Περνάς μέσα από σκέλια γυναικεία, ανοιχτά,<br />ξαναγεννιέσαι,<br />αναρριχιέσαι πάνω σε στήθια<br />άσπρα, τρυφερά,<br />ανακλαδιέσαι,<br />κοιτάς τον κόσμο με άλλο μάτι,<br />γυρνάς και με κερνάς<br />ένα ζωοδόχο χαμόγελο,<br />κι ύστερα απογειώνεσαι,<br />μόνο μου αφήνοντας με<br />να ονειρεύομαι<br />_τι άλλο;_ το γυρισμό σου.<br /><br />***<br />ΝΕΦΟΣ<br />Η προκοπή μας όλη<br />μαύρο χτικιάρικο στοιχειό<br />στέκει πάνω από τον Λυκαβηττό.<br /><br />***<br /><br /><br /><br /><br />ΔΙΑΚΟΠΕΣ<br />Θέλω με κάποια να μοιραστώ,<br />τούτη την αγάπη που αναβρύζει<br />από το λάλημα των τζιτζικιών,<br />την κάψα του ήλιου,<br />τη σπλαχνικότητα του νησιώτικου τοπίου<br />τα γιομάτα φρούτα καφάσια στα μανάβικα,<br />τις απλωμένες πραμάτειες έξω απ’ τα Tourist Shops,<br />τη μεγαλοψυχία της θάλασσας,<br />τη φιλόξενη αγκαλιά της μεγάλης παραλίας,<br />τη γλυκιά διακριτικότητα<br />της καλοκαιριάτικης νύχτας.<br /><br />***<br /><br />ΤΗΣ ΖΩΗΣ Η ΑΝΗΦΟΡΑ (ΧΑ!)<br />Τούτο το αγκομαχητό<br />δε μου είναι άγνωστο,<br />Τούτο το δάκρυ που κυλάει<br />στο μάγουλό μου<br />μήτε μια στάλα με ξενίζει.<br />Τούτος ο αγκαθότοπος<br />που χρόνια τώρα τον βαδίζω<br />κακό δεν κάνει<br />στις γυμνές πατούσες μου _όχι πια.<br /><br />Είμαι παιδί του ονείρου<br />της αλήθειας αποπαίδι<br />_και τούτη η μοίρα που στον Άδη<br />με οδηγά,<br />τον Άδη μου σε Κήπο της Εδέμ<br />μεταμορφώνει.<br /><br />***<br /><br />ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ<br />Στέκω στο κατώφλι<br />της νέας δεκαετίας<br />κι ατενίζω το δρόμο<br />που εμπρός μου απλώνεται.<br />Και νιώθω.... τι; Πιο ώριμος;<br />Χμ, μεγάλα λόγια.<br />Βαριεστημένος; Αυτό σίγουρα.<br />Μακάριοι οι αναχωρήσαντες.<br /><br />***<br /><br /><br /><br /><br />ΠΟΡΤΟ ΡΑΦΤΗ (ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ ’81)<br />Έτσι μαζί με<br />τ’ αποφάγια από τα κυριακάτικα τσιμπούσια,<br />μαζί με το αλάτι της τελευταίας βουτιάς<br />που ξεπλένει<br />το γλυφό νερό,<br />νιώθω να φεύγουν από πάνω μου<br />και να χάνονται<br />κομμάτια απ’ την καρδιά μου,<br />κομμάτια από τη νιότη μου.<br />Και τα όνειρά μου,<br />άδεια κουτιά από γάλα τα βλέπω,<br />σκόρπια στο χέρσο οικόπεδο.<br /><br />***<br /><br />ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ<br />Μάνα, σαν έρθουν τα παιδιά<br />να πουν τα κάλαντα<br />μην τ’ αποδιώξεις.<br />Όχι. Γιατί στ’ αλήθεια<br />τίποτε δε χάθηκε.<br />Ίσα-ίσα, θαρρώ πως<br />τώρα όλα αρχίζουν,<br />_τώρα που πήραμε τη μοίρα μας<br />στα χέρια μας<br />Και τη χαρά την ψάχνουμε<br />σιμά μας.<br /><br />***<br /><br />ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ<br />Επιτέλους! Οι κακοί στη φυλακή!<br />Κι όσο για τους καλούς,<br />κακοί, ψυχροί, κι ανάποδοι<br />_όπως πάντα.<br />Φοβάμαι!...<br /><br />***<br /><br />ΥΠΑΡΞΙΑΚΑΙ ΑΝΗΣΥΧΙΑΙ<br />Άσπρη πέτρα, ξέξασπρη,<br />κι από δόντια πλυμένα με ΚΩΛΟΤΡΥΨ ξεξασπρότερη!<br /><br />Είμαι διανοούμενος, είμαι καλλιτέχνης<br />κι επαναστάτης είμαι ερασιτέχνης.<br />Να γενώ μεγάλος το ‘βαλα σκοπό<br />μα έχω μέγα δίλημμα υπαρξιακό:<br />Τι πιο πολύ μ’ αρέσει;<br />Οι κόρες του Καμπούρη, ή το κοκορέτσι;<br />Αν τύχει και το λύσω,<br />όλοι θε να σωθούν,<br />και τους γεννήτορές μου<br />θε να ευγνωμωνούν.<br />Κι άγαλμα θα μου στήσουνε από ακριβό λιθάρι,<br />Να ατενίζω αγέρωχος,<br />καβάλα σε καλάμι!<br /><br />***<br /><br />ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΗΡΕΙΑ<br />Αίφνης τα φώτα της Τροχαίας<br />φάνηκαν να λάμπουν,<br />ίδια χιλιόχρονες αγάπες,<br />οι άνθρωποι να περπατάνε στο κενό,<br />μια σπιθαμή πάνω απ’ το χώμα,<br />και τ’ αυτοκίνητα _γυαλιστερά-γυαλιστερά_<br />μοιάζανε μ’ ανεμότρατες,<br />φερμένες απ’ τον Άρη!...<br /><br />***<br /><br />ΈΛΛΕΙΨΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ<br />Δε με καταλαβαίνετε,<br />ω, ναι, ναι, ναι!<br />Κι είν’ τούτη η αδυναμία κατανόησης _η δική σας, ε;_<br />που σαν ομίχλη με κρύβει από τα μάτια σας,<br />κάθε που θέλω να σας παίξω κάποια πουστιά.<br /><br />***<br /><br />ΠΕΡΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΩΝ<br />Κάθε που αμφιβάλλεις για<br />τον ανδρισμό σου,<br />πιάνεις να γαργαλάς την τρύπα του αποτέτοιου σου (να βεβαιωθείς, λέει, πως όντως δεν... σ’ αρέσει!...)<br />Κάθε που αμφιβάλλεις για την ευφυΐα σου,<br />πασχίζεις κάποιον να .<br />Κάθε που αμφιβάλλεις για την αγάπη των άλλων,<br />πιάνεις να λες ψέματα, (τάχα μου πως εσύ τους... λατρεύεις!...)<br /><br />Μα το χειρότερο:<br />Κάθε που κόπτεσαι<br />για τη σωτηρία της ψυχής σου,<br />πιάνεις να κλαις μπροστά<br />σε κάποιο εικόνισμα,<br />κρυμμένο έχοντας κάτω από<br />το μαντίλι σου<br />ένα μικρό κρεμμύδι.<br /><br />ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ<br />Η βροχούλα δρόσιζε<br />το γερασμένο βράχο.<br />Τα σκίνα και τα πεύκα<br />πλένονταν με μοσχοσάπουνο.<br />Η γης βύζαινε τη θεία υγράδα<br />και πέρα στο λιβάδι τα στάρια,<br />λιανοί στρατιώτες του καλού, ύψωναν σιωπηλά<br />αξιόπρεπο παράστημα,<br />με τις κορφές τους μόλις μια ιδέα σκυμμένες<br />λες και σκέφτονταν την όμορφη ζωή<br />που τέλειωνε το θέρος.<br />Ένα άλογο δροσιζόταν στο ψιλόβροχο,<br />φιλοσοφώντας,<br />και κουνώντας κάπου κάπου ένα αυτί,<br />σαν για να διώξει κάποιαν άσχημη σκέψη.<br /><br />***<br /><br />ΤΟ ΣΩΣΤΟ ΝΑ ΛΕΓΕΤΑΙ<br />Τσουβάλι λίρες οι κρυφές μου οι σκέψεις<br />και πολλές απ’ αυτές βεβαιότατα κάλπικες.<br />Η δειλία ο φρουρός τους<br />και το βράδυ ο Θεός τους.<br /><br />Κατά τ’ άλλα στη ζωή μου τραβάω<br />τη γραμμή της συμβατικότητας,<br />κι ό,τι κι αν λέω<br />κι ό,τι κι αν κάνω,<br />τη σφραγίδα φέρει<br />της πεζότητα.<br /><br />***<br /><br />ΣΤΑ ΔΕΚΑΧΡΟΝΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΑΚΗ ΤΟΥ ΓΛΥΝΟΥ, ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ ‘82<br />Μέσα απ’ τα μάτια σου κοιτάζω τ’ αύριο<br />και μέσα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα<br />των ευαισθησιών σου<br />βουτάει και ξανανιώνει<br />η γερασμένη μου ελπίδα.<br /><br />***<br /><br />ΠΑΡΩΧΗΜΕΝΟ<br />Ένας μικρός σταθμός μέσ’ στη ζωή μας<br />είν’ μια φορά κάθε εφτά ημέρες<br />που ο ήλιος πιο χαρούμενα χαϊδεύει το κορμί μας,<br />κι κόρες στα μαλλιά φορούν κορδέλες.<br /><br />Γεμίζουμε τα σπίτια μας λουλούδια,<br />και την καρδιά μας από προσμονή,<br />_στο ράδιο βάζουμε τραγούδια,<br />ίσως το βράδυ κάτι ωραίο μας συμβεί.<br /><br />Φορούμε τα καλά μας ρούχα<br />_οι άνδρες βάζουν λαιμοδέτη_<br />και τα παιδιά μας ικετεύουν, τέτοια μέρα,<br />τη σχολική να αγνοήσουμε μελέτη.<br /><br />Μα ο ήλιος φεύγοντας αργότερα με βία<br />απ’ το παράθυρο γελάει που μας βλέπει,<br />αφού ο μόνος που δεν ένιωθε ανία,<br />ο κόμπος ήταν του κομψού μας λαιμοδέτη.<br /><br />***<br /><br />Πώς γίνεται κι από μέτρημα δε μάθαμε ποτέ μας;<br />Πώς γίνεται και ποτέ δεν καταλάβαμε<br />ότι δέκα μαχαιριές και μια πικρή κουβέντα<br />κάνουν έντεκα πληγές;<br /><br />***<br /><br />ΕΜΠΝΕΥΣΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟ L.P. ΤΟΥ MIKE OLDFIELD,<br />Could you get us lighter, Navigator (...)&gt;<br /><br />Ax, τούτη η μουσική,<br />που σαν τεράστιο μπαλόνι,<br />πάνω απ’ την πόλη με σηκώνει.<br />Και είναι η χαρά αφέντρα μου.<br />Κι αφέντης είμαι της χαράς μου.<br />Κι είμαι ένα τίποτα.<br />Κι είμαι όλα!<br /><br />***<br /><br />ΕΚΛΟΓΕΣ ‘89<br />Εμπρός παιδιά,<br />όλοι μαζί!<br />Με καινούριες ιδέες,<br />Για καλύτερες μέρες,<br />Συνασπισμένοι,<br />Στων καιρών τη φαυλότητα!<br /><br />***<br /><br /><br /><br /><br />TI BI KAI ΣΥΜΠΑΘΕΙΑ<br />Χτυπιέμαι πάνω στο γυαλί της οθόνης,<br />_όπως η μύγα στο τζάμι_<br />διέξοδο και λυτρωμό γυρεύοντας<br />από έναν κόσμο πνιγμένο<br />στα σκουπίδια.<br /><br />***<br /><br />ΠΕΡΣΙΚΟΣ ‘91 -ΚΟΣΟΒΟ ‘99<br />Οι Βαλκυρίες ξεσκονίζουν<br />τα κιτάπια τους,<br />Η Βαλχάλα φοράει τα γιορτινά της.<br />Κι ο θεός του ,<br />που στο τέλος πάντα θέλει νικητές<br />όσους το δίκιο έχουν με το μέρος τους,<br />έτσι αναπάντεχα φύλλο άλλαξε μα κι όνομα:<br />τώρα τον λέν’ Madelein Al(f)right<br /><br />***<br /><br />ΡΑΔΙΟΣΥΝΔΙΑΛΕΞΗ<br />έξω απ’ τη Μαδέρα·<br />σ’ αγαπώ&gt;.<br /><br /><br /><br /><br />***<br /><br />ΠΕΝΤΕΛΗ, ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ‘98, ΜΕΤΑ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΦΩΤΙΑ<br />Εκεί που άλλοτε<br />άγγελοι ζευγαρώναν,<br />Τώρα δαιμόνους βλέπεις<br />ν’ αυνανίζονται.<br /><br />***<br /><br />ΕΛΛΗΝ ΜΟΝΟΛΟΓΩΝ<br />Κάπου μέσα μου χωμένος,<br />είν’ ο Βαλκάνιος κρυμμένος·<br />μα κι ο Μεμέτης,<br />Κι ο Ευρωπαίος,<br />Και προκοπή δε βλέπω,<br />ο καημένος.<br /><br />***<br /><br /><br />ΒΙΖΑΚΑΠΑΤΝΑΜ (ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ)<br />Στο φόντο του ήλιου<br />όπως γεννάει τη νέα μέρα,<br />γυμνό ένα Ινδόπουλο<br />τρέχει μέσα στις λάσπες και<br />τα χόρτα.<br />Ξοπίσω του, δεμένο με ψιλή τριχιά,<br />τραβάει ένα χαρτάκι<br />_κάτι σαν του πρωτόπλαστου τον χαρταετό.<br />Κοιτώ και νιώθω λες<br />κι όλα στον κόσμο ετούτο τώρα αρχίζουν.<br /><br />***<br /><br />ΕΛΛΑΣ 1990<br /> όλοι μαζί φωνάζουνε,<br />καθώς όλοι μαζί τραβούν τον Πίρο.<br /><br />***<br />SIGNE<br />Καλή νεράιδα,<br />πάρε με μακριά,<br />απ’ τα ντυμένα signe ψευδαισθήσεις<br />δίποδα,<br />που ακόμη κι όταν στα μάτια σε κοιτούν,<br />άλλα δε ζητούν<br />απ’ το αντικαθρέφτισμα<br />του στείρα ματαιόδοξου εαυτού τους.<br /><br />***<br /><br />ΣΚΥΛΑΚΙΑ<br />Ποιος θα το ‘λεγε!<br />Σε τούτες τις τρελές<br />και μολυσμένες μέρες όπου ζούμε,<br />στη μοναξιά μας φύτρωσαν<br />πόδια τέσσερα και ουρά.<br /><br />***<br />ΣΕ ΜΙΑ ΕΞ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΕΩΣ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ<br />Κάποτε _έτσι το νιώθω_<br />οι πόθοι μου για σένα<br />ναύτες θε να μπαρκάρουνε<br />στου γυμνού, αφράτου σου κορμιού<br />την πλουμιστή γαλέρα,<br />κορούλα του Βορρά.<br /><br /><br /><br /><br />Κι όσοι μόνο σε πόθησαν<br />δίχως να σε αγαπήσουν,<br />θε χάρη να μας κάνουνε<br />_ύψιστη προσφορά_<br />τους κάβους λύνοντάς μας.<br /><br />***<br /><br />ΑΥΤΑ ΜΑΣ ΦΑΓΑΝΕ<br />Έρωτες τρελοί, αδιέξοδοι,<br />Της ψυχής το αλάτι,<br />Των θεών η αμφισβήτηση,<br />Του πρέποντος, που θάνατο γεννάει,<br />ο θάνατος.<br /><br />***<br /><br />LIFE STYLE<br />Kώλοι,¶<br />μυριάδες κώλοι που ανατέλλουν<br />στο στερέωμα _aesthetically correct είναι η αλήθεια_<br />σημεία των καιρών και σύμβολα,<br />του αύριο που μας ξημερώνει.<br /><br />***<br /><br />ΠΡΟΣ ΚΥΡΙΟΝ ΑΙΤΗΣΗ ( ‘Η ΔΕΗΣΗ;)<br />‘Οταν θα φύγω,<br />αν καζάνι πάνω σε τρανή φωτιά δε θα μου πρέπει,<br />παρακαλώ-Σε: να μου λείπει ο Παράδεισος<br />_θαρρώ γνωρίζω ποιους θα συναντήσω εκεί,<br />και κάπως το φοβάμαι.<br />Κάνε μόνο απ’ τη Λαμπρή και μέχρι<br />τον Σεπτέμβρη _εσαεί_<br />άυλος ως θα είμαι, μόριο αύρας ν’ αλητεύω,<br />στου τόπου μου τις εξοχές,<br />τις νήσους και τις ζαφειρένιες θάλασσες.<br /><br />***<br /><br />ΠΕΡΙ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ<br />Και με μια σύριγγα γυρεύεις να βρεθείς,<br />σε κόσμους ψεύτικους,<br />Για να ξεφύγεις...<br />από ένα κόσμο ψεύτικο.<br /><br /><br /><br /><br /><br />GREAT WHITE<br />O καρχαρίας τι φταίει<br />που έτσι τεράστιο<br />η φύση τονε θέλησε<br />να τριγυρνάει στα πέλαγα<br />σαν το κακό το ριζικό,<br />πανχάφτης άβουλος;<br /><br />Μα αν τύχει και μέσα<br />στο νερό ανταμωθείτε,<br />να ξέρεις: με μια, με δυο χαψιές<br />θα σε τελειώσει,<br />γι’ αυτό το χρόνο είθε<br />να βρεις και ν’ αγαλλιάσεις,<br />που η μοίρα τέτοιο τέλος<br />γρήγορο και ηρωικό<br />σου επεφύλαξε.<br /><br />Καρχαρίες σαδιστές _το ξέρω και<br />το ξέρεις_ θε ν’ ανταμώσεις μόνο<br />στη στεριά.<br /><br />***<br /><br />Φορές είναι που τ’ ανθρώπινα<br />τα κρίματα στοιχειώνουν<br />_στοιχειά-σκιές που φευγαλέα<br />γλιστρούν ανάμεσα σε άψυχα<br />κι ανθρώπους<br />για να χαθούν στο βάθος κάποιου<br />δρόμου,<br />ουρλιάζοντας μέσ’ στην απόλυτη<br />σιωπή τους.<br /><br />Ιεράπετρα, Αύγουστος ‘98<br />Στο φίλο και... σωτήρα μου Μανόλη.<br /><br /><br />ΑΡΧΑΙΟ ΠΝΕΥΜΑ, ΑΘΑΝΑΤΟ…<br /><br />Τη σπάθα αφήνουν και το δόρυ,<br />Κι ακόντιο πιάνουν και κοτρόνι<br />-πια στόχο τον εχθρό δεν έχουν,<br />μόνο τον ήλιο σημαδεύουν.<br /><br />Θέλουν η βολή τους να διατρέξει,<br />Το άπειρο με μιας ν’ αντέξει,<br />Τη μάζα της φωτιάς ν’ αγγίξει,<br />Και πέρα ως πέρα να τρυπήσει.<br /><br />Στο στίβο αντίπαλους δε νιώθουν,<br />Όσους με αυτούς έχουν ίδιους στόχους.<br />Γιατί, στ’ αλήθεια, όποιος κερδίσει,<br />Θα’ χει τη μοίρα του νικήσει…<br /><br />…Μια μοίρα που μας θέλει όλους,<br />ερμηνευτές σε άχαρους ρόλους,<br />μακελάρηδες της ζωής μας<br />κι αχρείους δυνάστες της ψυχής μας…<br /><br />…έτσι που όποιος το πετύχει,<br />με άλμα είτε, είτε με ρίψη,<br />τον ήλιο-στόχο να αγγίξει,<br />θα ‘χει για όλους μας νικήσει…<br /><br /><br />…Σ’ του άθλου του το άσπρο νέφος,<br />ως θ’ ακουμπά και θ’ αποσταίνει,<br />ευθύς θα νιώσει λυτρωμένος,<br />απ’ ό,τι ανάξιο τον βαραίνει.<br /><br />Και τότε με τον εαυτό του,<br />Ειρήνη θα ‘χει πια συνάψει<br />-ειρήνη_ανάσα αγέρα μυροφόρου,<br />που όλη την πλάση θ’ αγκαλιάσει.<br /><br /><br /><br />Σωπάτε!…<br />Θαρρώ άκουσα<br />Του Μπρανκαλεόνε τους αλλοπαρμένους<br />Να ζυγώνουν κατά εδώ!<br />Μαζί τους να μας σύρουν<br />σ’ εκστρατείες μουρλές, θολές κι ανίερες,<br />έτσι γλιτώνοντάς μας<br />από τούτη την απίστευτη μιζέρια.<br /><br /><br />ΠΕΡΙ ΑΝΑΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΟΣ ΣΤΙΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ<br /><br />Να πω, λοιπόν, να μου το γράψουν,<br />Για να το βλέπω και να ξέρω,<br />Στο λάθος να μην υποπέσω,<br />Κάποια ωραία Κυριακή,<br />Μεσ’ σε τζαμί να με συλλάβουν,<br />Ή σε καμιά Συναγωγή!<br /><br /><br />CHRIST’S (NOT ALL THAT HUMBLE,) SERVANT<br /><br /><br />Κάργια διαστάσεων τεραστίων,<br />Που παρασταίνει το ‘Αγιο Πνεύμα,<br />Και που όταν κλαίει δημοσίως,<br />Στην αγορά τα κρόμμυα… τέρμα<br /><br /><br />ΠΕΡΙ «ΔΙΔΥΜΩΝ»<br /><br />Να ‘μαστε τώρα τρέχουμε,<br />Σαν τα ποντίκια πανικόβλητοι<br />Κι αμήχανοι<br />Μέσα στην παρακμή μας,<br />-θύματα μιας αντίληψης που θέλει<br />τον κόσμο να τελειώνει εκεί όπου σβήνεται<br />ο ήχος της πορδής μας.<br />=<br /><br /># posted by Neptunus @ 2:27 PM 0 comments links to this post<br /> <br />Some poems from my days as a seaman<br />POEMS IN ENGLISH BY A. MIAOYLIS<br /><br />BALKANS 1999<br /><br />The time is ripe,<br />Medelein Al(f)right,<br />To pin upon<br />Your well-fleshed boobs,<br />Your skull-And-Bones<br />Gray-silvery brooch<br /><br /><br /><br />Here. The ship is<br />Underway!<br />Sorry the color of your<br />Eyes I stole,<br />With me to take away<br /><br />FOR PAM<br /><br /><br /><br />Oh, how I wish<br />I’d see you,<br />The afterglow<br />Of your inner light<br />To flood my bleak<br />Surroundings,<br />My withering hope<br />To resurrect<br />Amid a riot of colors<br />-token of things better to come,<br />In times of promise barren<br /><br /><br />There we shall walk,<br />Down verdant paths,<br />Moist by tears<br />Of pains past<br /><br /><br />Nice and polite,<br />-Demurely instructive<br />To us all-<br />Though how very few, I ask<br />Have seen you dance<br />Naked,<br />In the safety of your<br />Private thoughts<br /><br /><br />T’ was back then,<br />‘fore I became<br />a sailor good and proper<br />that in my eyes yet so green<br />the harbor’s murky waters,<br />Somehow appeared to be<br />The gate accessing on to this<br />World’s riches too and wonders.<br /><br />Alas, today,<br />Spread as they lay<br />Before my aging eyes,<br />All I can see in them charts,<br />In crimson all to boldly marked,<br />My loneness’s is<br />The Long. And Lat.<br /><br /><br />There, by the ship’s stern<br />As I lonely stand,<br />I watch the screw rotate,<br />Observing how,<br />together with the water of sea,<br />my life’s days it does stir,<br />from me pushing away,<br />down along the milky-foamy wake<br /><br />-------------------------------------------------------------------------------------------------------<br /><br />_Remember those pine branches<br />Posing for a Christmas-Tree,<br />And how Santa always failed<br />Slide down your house<br />Chimney?<br />For Santa, on that Holy Night,<br />Out was, gambling with your Dad,<br />For you, your siblings, caring none!<br /><br />How strange; even the sweetest<br />Fairy tale of all<br />Of value is only to the fortunate-ones<br />And the well-off…!<br /><br /><br />There I balance,<br />Walking down<br />The tight-rope<br />Of many a theories<br />-the perfect ignorant, albeit,<br />of things important!<br /><br />So that my wretchedness<br />Void of real pain is,<br />But rather pregnant<br />With that something,<br />Which much more feels<br />Like dry ice…!<br /><br /><br />So here they came,<br />To –as they claimed_<br />Our foes chase away!<br />Armed to their teeth,<br />-A warriors’ creed,<br />Fearless of the fray!<br /><br />Our enemies now in flee,<br />Our saviors we turn to see,<br />Though armed they still remain!<br />-«We do it for your own good!»<br />They hurry to explain.<br /><br />Our faces crease to mirthless<br />Smiles,<br />And onto us descents the night,<br />As paper flags we wave with slight,<br />And all too tenuous fervor,<br />Thus greeting with a sinking heart<br />Our new Oppressors<br /><br /><br /><br />Οποία μοίρα τραγική,<br />Γι’ αυτόν όπου στον τόπο ετούτο ζει,<br />Κι ερωτευμένος με την αφεντιά του,<br />Που δεν είναι!<br /><br /><br />So far away from home we’ve traveled,<br />That now,<br />In our yearning back home to head,<br />We even miss those moments past<br />When wish we did that<br />Far away from home we could have<br />Traveled.<br /><br /><br />Red flakes of hatred raw,<br />Down they swirl<br />And settle<br />On to this world,<br />Until by red a carpet<br />This world is fully covered-<br />-the perfect setting<br />For the warmongers and the terrorists<br />To have a ball!<br /><br /><br />He who of others speaks<br />In ways all but deserving,<br />While for himself reserves all<br />That is laudable,<br />What if he likes himself<br />To liken with an ocean.<br />In fact a chuckhole full<br />Of muddy water<br />He remains.<br /><br /># posted by Neptunus @ 1:22 PM 1 comments links to this post<br /><br />This page is powered by Blogger. Isn't yours?<br />About Me<br /><br />My Photo<br />    Name: Andreas Miaoulis <br />    Location: Ierapetra, Lasithi Pref., Greece <br /><br />Used to be a seaman. Now I just scan the horizon with my binoculars, pretending I am still standing on the wing of a freighter. Old habits die hard!<br /><br />View my complete profile<br />Links<br /><br />    * Google News<br />    * Edit-Me<br />    * Edit-Me<br /><br />archives<br /><br />    * June 2006<br />    * March 2008<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/8628754684261141103-4509588451410224259?l=amiaoulis.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2008/03/02/%ce%95%ce%b9%cf%83%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae_%ce%b5%ce%bd%cf%8c%cf%82_%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%af%ce%bf%cf%85_%cf%84%ce%bf%cf%85_%ce%9d._%ce%a6%cf%8e%cf%83%ce%ba%ce%bf%ce%bb%ce%bf%cf%85_%cf%80%ce%bf%cf%85_%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%b1%cf%86%cf%81%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%ba%ce%b5_%cf%83%cf%84%ce%b1_%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%bb%ce%b9%ce%ba%ce%ac</id>
		<author><name>Neptunus</name></author>
		<title>All in one: Εισαγωγή ενός βιβλίου του Ν. Φώσκολου που μεταφράστηκε στα αγγλικά</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2008/03/02/%ce%95%ce%b9%cf%83%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae_%ce%b5%ce%bd%cf%8c%cf%82_%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%af%ce%bf%cf%85_%cf%84%ce%bf%cf%85_%ce%9d._%ce%a6%cf%8e%cf%83%ce%ba%ce%bf%ce%bb%ce%bf%cf%85_%cf%80%ce%bf%cf%85_%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%b1%cf%86%cf%81%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%ba%ce%b5_%cf%83%cf%84%ce%b1_%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%bb%ce%b9%ce%ba%ce%ac"/>		
		<updated>2008-03-02T15:43:00-05:00</updated>
		<published>2008-03-02T15:43:00-05:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	'Learn How to Live, Learn How to Die', it's a historical novel. Werner
<br />Libnits, Rosa Epstein, Carol Zimny, and Klaus Funke are fictional, though
<br />this is not the case and with the rest of the characters integrated in the
<br />plot of this book as it unfolds against the backdrop of WWII's fierce
<br />reality _a war that went down in history as the bloodiest and costlier in
<br />terms of human lives._
<br />Also, much as we find it difficult to believe, it's the main historical
<br />event that practically led to the outbreak of WWII on which is based the
<br />plot of the present book._
<br />And this event in itself may well be described as an abhorrent monument of
<br />historical cynicism dedicated to state-inspired mass lawlessness and
<br />criminality, a legacy Herr Adolph Hitler and his uniformed gang of thugs
<br />left to the rest of the world with the notorious `Gleivic Incident' _an
<br />incident which, together with a few others, seem to have set a
<br />historical precedent which helped created a spirit of cruel and inhuman
<br />ruthlessness and outright disregard and contempt towards man's values and
<br />principles, displayed in our times by the contemporary nuclear empires,
<br />known also as today's Superpowers._
<br />And the big irony is that it was precisely those same superpowers that
<br />during WWII lead their armies to the trenches and bloody fronts under the
<br />banners of Freedom, Democracy, and Self-Determination for the peoples of
<br />the world, also those for the respect of human rights _in all values and
<br />high ideas destined to be abused and trampled over soon after the victory
<br />of the then Allies over the Axis _values and high ideas for which almost
<br />thirty million people sacrificed their lives._
<br />_
<br />Nicos Foscolos._
<br />_
<br />_
<br />Dedicated to the victims of coercion and totalitarianism of all
<br />times, and of all countries._
<br />_
<br />The fatal night that the biggest carnage humanity has ever known was about
<br />to begin, the notorious `border incident' plan, conceived and `crafted' by
<br />Himmler was well under way. When Lieutenant Colonel Stenmets, CO of the
<br />garrison patrolling by the borders, tried to object, he was made to comply
<br />once he was informed that that was ._
<br />_
<br />Raimon Cartier: ._
<br />_
<br />_
<br />_
<br />_
<br />Valter Selleberg_
<br />(SS Security Services Second In Command). ._
<br />_
<br />_
<br />_
<br />_
<br />William Shirer_
<br />._
<br />_
<br />_
<br />, she said. .
<br />The heavy door opened again as silently as before and the group
<br />of grand-looking people walked in, noiselessly as if they were a
<br />group of apparitions.
<br />After a moment, Geurda remained motionless and with her eyes
<br />half-closed, ecstatic as in a trance, overwhelmed by the familiar
<br />thundering sound created by pairs of booted heels clacking together and
<br />immediately after by the as thunderous and snapping calling out
<br />of male voices in unison that for so many years caressed her
<br />ears, thrilling her, sending shudders up her shrivelled-up body.
<br />
<br />The Fuhrer was standing by the window, with his back turned to
<br />his guests, motionless, shoulders slightly bent, his head low,
<br />looking out the window somewhat absent-minded at the sea
<br />of huge, deep red banners with the swastika, at the front of the
<br />Chancellery that were fluttering leisurely to the morning breeze,
<br />high above the steel helmets of the posted guards.
<br />As was his habit, he turned abruptly and unexpectedly to face
<br />his guests, a motion almost spastic, with his hands down, one
<br />clutching the other, until he finally made the well known and at
<br />the same time relieving to all gesture of crossing his hands
<br />high on his chest.
<br />He looked pale, tired and anxious though his eyes, focused and piercing
<br />like twin naked flames capable of burning down the
<br />will-power and the very souls of those standing in front of him,
<br />held something even fiercer than ever before.
<br />, he said in a low-keyed but steady voice, <i>
<br />He paused, lowered his head and remained like this for a while,
<br />moody and taciturn and then looked at them again with his dark
<br />eyes.
<br />, he went on, , this is to be achieved only by the force of
<br />arms. This is a right we have to demand all by ourselves,
<br />gentlemen, paying the price required in blood. For this is
<br />something no-one will ever offer to us for free...&gt;_
<br />He interrupted his little speech as abruptly as he had began
<br />and looked them straight in the eye, one by one. Then again he
<br />clasped his hands, shot outward his right foot, turned about face
<br />and walked into his vast office. He stood erect under the huge
<br />red and black shield with the swastika, resting both hands on the
<br />glistering crystal of his desk. He remained frowned and brooding
<br />for a moment or two, as if he was away in some-kind of wonderland
<br />known and accessible only to him. He finally raised his head and
<br />once more he darted his fierce gaze towards the group of men in
<br />their resplendent uniforms who looked back at him stone-faced and
<br />in array a few paces away. He remained silent. He drummed shortly
<br />his fingers on the crystal nonplussed and for a tiny moment a
<br />fiendish spark burned in his eyes and vanished, followed by a fleeting
<br />shadow of a second thought that never lasts._
<br />his voice sounded a bit hoarse this time, 
<br />_
<br />These were the first words spoken by any of the men standing on
<br />the other side of the room. They were offered with reverence
<br />and self-assurance at the same time, from the lips of a man huge
<br />in size, utterly resplendent in his showy gold-trimmed blue
<br />uniform of the Chief Commander of the Luftwaffe. And it was the
<br />same man who turning to the others promptly added:_
<br />_
<br />Hitler lost no time elaborating._
<br />Inside the vast office, under the blood-red shield with the
<br />swastika, Hitler talked to them about this thought which kept him
<br />awake that warm and humid night; and he explained to them what
<br />was it that it had to be carefully planned and carried out
<br />secretly and silently and meticulously, for so demanded and 
<br />that the Third Reich was about to be engaged._
<br />He began in a low but harsh voice, his speech fragmented, his
<br />sentences short, but gradually his voice gained in volume until
<br />it became a shrill cry reaching a climax, as the crazy horse of
<br />his unholy passion bolted and began racing down the depths of
<br />his abysmal inner world, only to drop and fade away as suddenly as the echo of a shot
<br />fired in the dark. Once he was through, his staffers had by then the full picture
<br />of what was it exactly he wished of them._
<br />As they stood there, somewhat intimidated by the grandiose decor
<br />of the space _the marble floor, the thick carpeting, the unique pieces of furniture_
<br />under the stern gaze of the Emperor Frederick William looking down on them from his big
<br />portrait _ the man Hitler so much admired right from the early
<br />years of his life _ and now that they knew what was requested of
<br />them, they all looked pallid, dumbfounded, and even some of
<br />them felt a shudder running down their spine._
<br />For what they have heard only minutes ago _ words uttered by the
<br />leader of one of the great and mighty countries of the world, a
<br />country rating among the most civilised in Europe with a long
<br />and outstanding cultural tradition _ was incredible indeed. It was
<br />something with no precedent in the history of human armed
<br />conflicts to that day, also something never to occur again in any
<br />of the future wars most probably. It was a thought and an order
<br />at the same time, a thought never conceived even by the most
<br />bellicose figures throughout the history of mankind, something
<br />beyond the cunning and the shrewdness of Genghis Khan, of
<br />Tamerlane or of Attila when each of Them in his day started out
<br />to conquer the world, leaving on his wake trails of ruins, and
<br />rivers of blood and tears. It was something devilish, sinister
<br />and cynical, something outsizing in its wickedness even the
<br />depravity of this very Nazi Party itself. In short it was something
<br />that once declared, left the others petrified._
<br />But still!_
<br />The men standing in front of Hitler as if pinned down to the
<br />floor, looking shocked and surprised were no others than Herman Goering, a known
<br />adventurer and ruthless plunderer, Martin Borman, an obscure and
<br />unscrupulous schemer, J. Goebbels, an able forger of History and
<br />a morbid ravisher of truth, and three more sadistic criminals,
<br />Himmler, Heydrich, and Mueller, of the SS and the ones
<br />who had the creation of the concentration camps._
<br />In short, a bunch of beasts. Though even this bunch of wild animals couldn’t help
<br />but feel shocked by the sheer monstrosity of their Master’s
<br />; and horrified by what was about to take place,
<br />as the outbreak of the bloodiest of all the wars mankind had ever
<br />known was closing near...
<br />
<br />02
<br />CHAPTER TWO
<br />_
<br />The bright sun was sinking slowly into the waters of Lake
<br />Valenzee after its day-long cruising across the sky of Berlin shedding
<br />spots of melted gold all over its still surface that now was
<br />slowly shrouded by wafts of mist that seemed to materialise
<br />out of nowhere._
<br />Claus Funke was waiting for quite some time now, standing in a
<br />shady corner of the park by the lake, right opposite from the
<br />exit of Trabenestrasse as it gradually submerged in the gloom. He
<br />looked again at his wrist-watch. It was some minutes past eight._
<br />Well, he was waiting for over an hour now, but these scumbags
<br />still failed to show up. It was not the first time though. Right
<br />from the very fist day their had began, all those
<br />loathsome pigs made no effort to hide their scorn for him. And
<br />every time they chose to call him names or make a nasty 
<br />on him, Klaus Funke simply clenched his fists, his fingernails
<br />almost cutting into the flesh of his palms, and bit at his grey- red lips
<br />till they bled, trying to control the rage burning deep inside
<br />him, struggling not to yell at them and let them have a taste of his
<br />own disgust and hatred for them right in the middle of the
<br />darkened streets._
<br />The reason of his restraint though was that the were
<br />strong, big, well trained and far too many. Klaus Funke had
<br />witnessed with his very own eyes quite a few times how brutal
<br />they could be with someone weak or defenceless and even worse
<br />with what a hair-raising easiness they could kill._
<br />So he would wait._
<br />He would wait for them today, and tomorrow, and the day after
<br />that. And he would keep listening to their obscenities, half
<br />smiling _ and in an amicable way at that _ about his godamned
<br />hump that he was carrying around for so many years with
<br />shame and anger, since the day his eyes met the world for the first
<br />time, and about his crippled, and shorter than his right, left
<br />leg that he was dragging along in a funny way, in-spite of his
<br />persistent efforts to make it look as if it was quite normal._
<br />Yes, he would wait._
<br />-And while waiting he would keep turning a deaf ear to all the
<br />insults, never letting the bitterness surging up within him out
<br />of his chest. And he would keep honouring his end of the
<br />with those humanoids until the chest he was keeping
<br />stashed away under some rotten floor-boards in the dark and lurid
<br />cellar he called was full to the brim with looting._
<br />He would wait until this chest was full to the brim with
<br />looting, and then for another and another. He would wait until
<br />he had saved millions of marks, until he had accumulated a heap
<br />of gold coins, and rings, and bracelets, and wrist-watches, and
<br />gold pentacles. He would keep bowing his head to those bastards,
<br />and to humiliate himself before them. He would keep hurting deep
<br />inside, he would keep crucify others and be crucified himself,
<br />till the day he was rich, really wealthy and well off._
<br />For deep in his heart Klaus Funke knew right from his early
<br />years, when he was parading along the cold streets of Berlin his
<br />hump, his crippled leg and his half-empty stomach, that
<br />no-one in this world dares to call you a cripple, or a hunchback, or a skinny
<br />little bugger, or a cockeyed freak, once you’ve managed to hit it big. To
<br />Claus, one being rich made one worth for the others to feast
<br />their eyes on, even if this one was so ugly and deformed that
<br />his creator spat on him the day of his birth._
<br />He stopped brooding and grunting, as was his habit, for his
<br />ears caught a familiar sound from a distance.
<br />He began walking as fast as he could, dragging along his
<br />crippled leg that gave him extra burden as he wore on it an
<br />oversized and ungainly orthopaedic boot. He stopped right in the
<br />middle of the street and his hawkish sight helped him make out
<br />almost immediately the big shadows approaching from
<br />Halenzestrasse._
<br />And at the same time he felt his heart pounding against his
<br />chest with joy, as, turning his head the other way, towards
<br />Erbachestrasse, to the south, he saw another convoy of iron
<br />Cyclops materialise out of the fog and the darkness._
<br />Wasting no time and feeling as excited as he always felt in such
<br />occasions, he limped as quickly as he could along the middle of
<br />Trabenestrasse and then he stopped again and he began turning
<br />this way then the other, flashing his torch-light, signalling._
<br />Immediately after the grey trucks and the black smaller cars
<br />with the SS insignia painted on their sides came to a halt before
<br />him and many silent shadows began jumping out over the tail gates of
<br />the bigger vehicles to the street. They wore helmets and the
<br />steelworks of their rifles caught and reflected the pale light of
<br />the rising moon. A grey-coloured Opel convertible stopped beside
<br />Klaus and a tall, imposing figure got off. The man wore the
<br />insignia of the SS and the stripes of a Haupstourmfuhrer. He
<br />pulled his Lugger off his webbing holster and took a few strides
<br />towards the waiting cripple._
<br />_
<br />._
<br />_
<br />_
<br />_
<br />_
<br />_
<br />_
<br />_
<br />_
<br />_
<br />So there it was again! There was the moment of ultimate pain for
<br />Klaus. There was the moment of humiliation and wild anger._
<br />He failed to respond at once, pausing for a second, clasping his
<br />hands viciously._
<br />_
<br />Alfred Onayoks, the tall captain of the SS with the brown hair,
<br />the clever eyes and the unlimited ambitions, looked for a moment
<br />at the wretched cripple as he stood in front of him making
<br />the same thought he had made so many times in the past while in
<br />the company of Klaus Funke. It was more like a voice welling up
<br />from the depths of his being telling him that, come to think of
<br />it, no man was as unimportant as he seemed to be._
<br />, he retorted curtly, and turning
<br />the other way with his gun always at he ready, he crossed to the
<br />vehicles waiting lined-up by the curb._
<br />He gave his orders in a low and hasty voice, and the next moment
<br />groups of men armed with rifles and machine guns rushed forward
<br />rounding up the block. The Captain himself followed by a dozen
<br />of hand-picked men hurried to the entrance of the old building. A
<br />spay of machine-gun bullets shattered the wooden door and a
<br />couple of men yanked it free from its hinges, and left it crush
<br />against the marble floor of the entrance hall._
<br />The group of men stormed inside the dark building shouting snappy
<br />orders and at the same time Klaus Funke, lurking in the dark by
<br />the entrance, heard a French door on the top floor of the
<br />building leading to a balcony, open with a bang, its glass
<br />rattling to the impact. He saw people bend over the wrought-iron
<br />railing, looking down alarmed and anxious in the pale moonlight,
<br />and he heard voices tinted with frustration calling out,
<br />wondering aloud about the reason of this nasty commotion until
<br />they saw the vehicles and the SS men running to all directions._
<br />The next thing Klaus heard was the banging of rifle butts
<br />against door frames, and then women crying out, children
<br />screaming, and men shouting excited. Then there were a few quick
<br />bursts from a Schmeizer followed by random gun shots._
<br />Looking up, Klaus saw the top floor come alive with lights, but
<br />then again the lights went out as quickly, as the cacophony of gun shots,
<br />screams, and shouts reached a peak. Then he saw a male figure running
<br />out to the balcony and diving down
<br />to the street below over the railing. Moments before the body of
<br />the falling man hit the cobblestone, almost right next to where
<br />Klaus stood, the cripple saw another man trying to climb down the
<br />sliding roof of the old building on all fours and jump over to the
<br />roof of the next building that stood at a lower level._
<br />From the back-street down below came two short bursts of machine-gun fire.
<br />The dark shadow of the man on the roof took a few clumsy steps,
<br />as if he was trying out a new dance, then he pivoted jerkily in
<br />the uncertain backdrop of the dark sky and disappeared, falling
<br />down the other side of the roof. A few minutes passed, and then,
<br />as the windows of the nearby buildings began to open reluctantly
<br />one after the other, the gun fire subsided and all one could hear
<br />in the silence that followed was some sobbing and the sporadic
<br />shouting of the soldiers herding off the night’s ._
<br />Soon the prisoners, about ten men with blood all over their faces
<br />and their cloths in tatters, six or seven women and three
<br />children, some of them half naked, some in night-gowns, appeared
<br />in the street heading for the waiting trucks surrounded by
<br />uniformed SS men who were pushing and shoving them non-stop till
<br />they got them all on one of the vans. Once loaded, the van was on
<br />its way._
<br />The bloodied bodies of the two dead men were dragged along the
<br />wet cobblestone and hurled on to the back of the second van as
<br />if they were logs. This van too departed immediately, followed by
<br />the personnel trucks._
<br />One after the other the few open windows began to close as
<br />discreetly as they had opened and the lights went out. Silence
<br />once more engulfed the dark and deserted street _ a mournful
<br />silence like the one prevailing inside a grave._
<br />Still standing in his dark corner, leaning his weight on his
<br />crippled leg, Klaus Funke kept staring at Captain Onayoks
<br />speechless, as the other man approached shoving his pistol back
<br />into its holster._
<br />said the Captain accusingly. _
<br />_
<br />_
<br />The two men, the tall, commanding Aryan with the thunderbolt
<br />like SS insignia on the lapels of his tunic, and the short,
<br />skinny cripple, stood there facing each other. Then Onayoks got
<br />into his car. He turned the key to the ignition and leaving the
<br />engine running, he rolled down the window._
<br />_
<br />, mumbled Klaus._
<br />, snapped back the other man. _
<br />The Captain remained silent for a moment, his bright eyes
<br />focused on the cripple who was battling with the rage raving
<br />inside him. Then he added in a cold voice._
<br />_
<br />Flashing a sarcastic smile to Klaus, he gunned his engine and
<br />the powerful car dashed forward, its wheels screeching. §
<br />
<br />03
<br />CHAPTER THREE_
<br />_
<br />Klaus Funke was still standing there, in the middle of the
<br />street. The cobblestone was already glistering with dampness, as
<br />the mist coming from the small lake was settling in. He stood
<br />clenching his bony fists, as inside his narrow chest that never
<br />seemed big enough to contain all the air Klaus needed, huge
<br />waves of wrath kept surging and falling._
<br />he groaned, his
<br />body shaking. he kept talking to himself enraged. ._
<br />The sound of his own voice reached his ears hoarse and changed
<br />and that made him stop talking to the night. He relaxed his
<br />clenched fists and held his breath, wishing for he tempest raving
<br />inside him to subside._
<br />He fumbled his grey, creased trench-coat with his bony and still
<br />shaking fingers, searching for his cigarette case. He fished it out
<br />of his pocket and saw it sparkle, catching the
<br />moonlight. Pure, solid gold! The sight of the golden case resting
<br />on the palm o his hand slowly dispersed his anger and then it was
<br />as though a sweet feeling of tranquillity rippled down his
<br />system, touching his very soul._
<br />Yeah, he pondered! He already had too many looting stashed away. Money,
<br />gold, jewels... the works. But he would wait, one maybe two years
<br />more, stashing away, accumulating, until he ended up with a mint.
<br />And then he would leave the country and go away, far- far away
<br />from the ghosts that haunted him. And once with both his feet
<br />firm on this remote land, he would bury his past, and he would
<br />scatter the ashes of his burned passport over an ocean starting
<br />his life afresh, rich in the meantime and free. And finally he would try to
<br />convince himself that he still was a human being._
<br />He took a deep breath, something he needed to do pretty often,
<br />for this accursed bronchitis that plagued him from his childhood
<br />was always there to harass him. He was more relaxed now. He took
<br />a cigarette from his golden case, adorned with a Star of
<br />David pentacle that furtively reflected the pale light. The cigarette too was
<br />a spoil from the unholy raids into the Jewish households. He lit
<br />it with a trembling hand, inhaled the expensive, fragrant smoke,
<br />savouring this tiny little pleasure he very seldom allowed to
<br />himself. And then he saw the man for the first time._
<br />He stood a few paces away, by the street corner and he seemed like
<br />if he had come out of the mist as it swirled and swayed right behind
<br />him, moving upwards, creating flimsy clouds. The stranger was
<br />tall and lean, and looked as if he was carrying on his
<br />shoulders some kind of burden too hard to bear _ shoulders outlined so wide
<br />and strong under the shabby army overcoat, that Klaus
<br />instinctively felt the steely hand of fear clutching his little
<br />soul._
<br />For just a second he dared look the stranger in the eyes and
<br />this made his fear even greater._
<br />What Klaus Funke saw were two dark slits etched on a gaunt face
<br />and between those slits two flickering sparks, grey and cold, and
<br />menacing as the stranger stared back at him. He seemed to be a loner and a
<br />hard-egg, and as he kept looking intensely on, Klaus read something in
<br />those eyes which reminded him of the stray dogs wandering wild in
<br />the big cities._
<br />Almost paralysed with fear, Klaus tried not to show any emotion.
<br />He turned about and started towards Trabenerstrasse, his
<br />walk slow. He kept going at a steady pace, but with all his
<br />senses in alert, in a desperate effort to pick up any alarming
<br />signs, trying to decipher the stranger’s secret thoughts and
<br />intentions. And then he heard his steps on the cobblestone,
<br />closing in from behind._
<br />Funke was frozen with fear now. He was gasping for air and he
<br />felt the crazy urge to run._
<br />_
<br />But no! he shouldn’t. All this could have been nothing more but
<br />a nightmarish trick of his twisted imagination. Fear born out of
<br />fear. Maybe the troll following him was doing so all by chance.
<br />Maybe he was nothing more than a poor devil, a petty thief, one
<br />of those creatures thrown-up by the social bottom of every big
<br />city of the world once the sun gives way to darkness. Funke knew
<br />only too well that if he would start running, if he would try to
<br />take off, he would at the same time give in to his panic, and his
<br />paralysing fear. And this could awaken the ``other's'' most
<br />obscure instincts, like it happens with a dog that, as long as
<br />you stand your ground facing it firmly, never dares to get close
<br />to you, while it jumps you and tears you to pieces once
<br />you try to make a run for it, scared._
<br />_
<br />The voice was persistent, agonising, but so was the sound of the
<br />footfalls closing in from behind and Funke's urge to flee was
<br />growing by the second - a shattering, choking feeling._
<br />In spite of his panic, he managed to restrain himself and he kept
<br />walking -a shade faster now - until he hurriedly turned a corner
<br />and then on to Erbachstrasse through a narrow back street. God,
<br />Kurfuster Alee was only two streets away, he discovered. He could
<br />clearly hear the buzzing of traffic and the noise of the
<br />people gathering there every night under the bright lights. If he
<br />could just get there soon enough, the worst part of the danger
<br />would have been over. He would be safe..._
<br />Pallid like a ghost, soaked in cold sweat that was gushing through every pore of his body, he turned on to Erbachstrasse and stopped for a second to catch his breath._
<br />The thudding of footsteps from behind kept getting louder
<br />and louder, and it was obvious that the man who shadowed him was
<br />moving faster than before. Half dead with fear, Funke decided it
<br />was time to make a run for._
<br />On trying to run he tripped, fell into a pothole deep like a huge
<br />scar on the deck of the street, crawled out on all fours,
<br />then got to his crooked feet and kept running as best as he could
<br />toward the far end, to safety, where the bright afterglow of
<br />too many lights and the ever-flowing river of human commotion and sounds._
<br />It was there, under the pale glow of the first street-light that
<br />Funke halted breathless and with his chest almost to the verge of
<br />erupting from the tormenting effort, and ventured to cautiously
<br />turn his head so he could take a better look at his ruthless
<br />pursuer._
<br />But the stranger was not coming after him any more. Instead he
<br />had stopped short near the pothole Funke had tumbled in moments
<br />ago. He saw the man lean low over the shallow chuckhole , feeling the
<br />ground close to the rim with both his long hands. It was like he
<br />was searching for something persistently, and when he finally
<br />found it, he raised his tall, bonny body, walked just a
<br />few feet back, climbed on the sidewalk, sat on a stone step, leaned his head against
<br />the wall of a building, then slowly, sensually almost, brought
<br />his tiny little trophy to his lips._
<br />It was Funke's cigarette butt. That shitty stub Funke had dropped
<br />as he was fleeing in terror, chased by the shadows of his
<br />nightmares...§
<br />
<br />
<br />
<br />
<br />
<br />
<br />CHAPTER FOUR_
<br />
<br />
<br />For Werner Libnitch this was the second cigarette butt he was
<br />sampling since early that morning when he walked through the
<br />prison gate on his way to freedom._
<br />The first time things had happened in a far more simpler
<br />fashion; there was this fat moron - a banker or a diplomat, or a
<br />loan-shark at that - waiting for a birdy to show up, and when he
<br />saw her coming swinging like a ship in rough seas and smelling
<br />like a French perfume-shop, he had had to get rid of his long,
<br />thick cigar as he was standing by his sports Mercedes, so he
<br />could kiss her hands and open the passenger door for her._
<br />That to Werner was a windfall really, a lucky twist just as he
<br />was entering Tiergarden. Moments later he was savouring his
<br />unexpected treasure seated in a bench next to the one occupied by
<br />a corpulent Bavarian nanny pretending to watch over a little brat
<br />in a stroller while in fact glimpsing hungrily at the passing
<br />by Wermacht soldiers until Werner caught her full attention._
<br />Having established... visual contact, the woman kept looking at
<br />him every now and then in so hot a way, enough to ignite a powder
<br />keg, but Werner, although fresh out of prison after a good year
<br />behind bars, couldn’t help but thinking of that other woman._
<br />The other woman!..._
<br />Actually it was nothing more than a three or four-minute
<br />encounter, all the time he had needed to rescue her from the
<br />hands of those bleeding SS baboons who had cornered her, dead to
<br />the world all of them and full of nasty intentions, somewhere
<br />along a poorly lit back-street in Sarlotburg, by knocking the
<br />living day-lights out of them. Still that short-lived tet_a_tet was
<br />more than enough for Werner to look into those big, fear-stricken
<br />black eyes as he was gasping for air, wiping blood off his nose
<br />and mouth with the back of his hand and capture them for ever in
<br />his mind. For he had never since forgotten her._
<br />A tall, slender female figure dressed in a simple dark outfit
<br />that despite her modest appearance, her mere existence somehow
<br />cried-out of money, education and an aristocratic background; all
<br />those things Werner had learned to smell in the air from miles
<br />away, since the time he had began roving aimlessly the streets
<br />like a hungry dog, in his early years. And then, at some point,
<br />as he had managed to somehow wrap around her body her torn-up and
<br />dishevelled dress, she had mumbled a few words thanking him, and
<br />then she had opened with trembling hands her purse offering him a
<br />couple of ten-mark bills._
<br />Until that unusual night, for Werner Libnitch the very meaning
<br />of life was nothing more but figures printed on bank-notes, those
<br />shitty green and grey little pieces of paper which won you access
<br />to everything you needed, from food and clothing to cigarettes
<br />and booze or a visit to the red-light district of Zimenstaat._
<br />But in those intriguing and full of awe moments when that broad
<br />had reached out to hand him the money looking at him with eyes
<br />still full of fear and gratitude, Werner had the chance to
<br />discover very much to his surprise that he was unable to raise
<br />his hand and pocket the Heaven-sent bonanza. And the only thing
<br />he could do - something he had never stopped to remember
<br />although his time in prison as if it had happened only the day
<br />before so weird and unusual that it was - was to stand there
<br />facing her motionless like a snowman, looking deep into her big,
<br />fawnish eyes._
<br />It was sheer madness, a stupid, a dumb thing to do no doubt, but
<br />still the only think _he could do_ at that time. He had never moved to take
<br />the dough she had offered. For the only thing he had really wanted to do
<br />with all his heart's might at that instance was not to be paid for what he
<br />had done only minutes ago, proving this way to himself that what had
<br />really motivated him was not the money but rather the longing to hear the
<br />word coming from the lips of this classy broad. Just because he
<br />didn’t fancy watching her being roughed-up by those drunken sons of
<br />bitches._
<br />And stranger still was the fact that, after twelve months in the slam
<br />following his sentencing by that fucking Nazi court which had charged him
<br />with , he was yet uncertain as to his motives, the real
<br />reason which had made him react the way he had reacted that night, almost a
<br />year ago. What was eating him was why he had never accepted the dough
<br />offered to him. Was he really trying to prove something to himself or to
<br />the woman for that matter? And if yes, what was it?_
<br />Anyway, after he had refused to take her money, the woman had shoved it
<br />back in her purse somewhat perplexed by his reaction, staring at him
<br />persistently as if she was trying to see through his very being, and then
<br />she had uttered the very last words he had heard from her ever since: _
<br />Rosa Epstein! That was all..._
<br />The woman had turned and walked away with short, hurried steps. A tall,
<br />female figure, slim and ethereal like a magic shadow swallowed by
<br />darkness, while he had remained there still looking at her motionless for
<br />quite some time, until the two Nazi bums he had knocked silly had returned,
<br />this time accompanied by five or six Gestapo people and Policemen who had
<br />jumped him en masse screaming blue murder._
<br />But even when they had secured the hand-cuffs round his wrists and began
<br />dragging him along the narrow street toward the waiting Police van soaked
<br />in his own blood and full of cuts and bruises, Werner still had his mind
<br />fixed on one thing; how to preserve deep in him and cherish the two most
<br />wonderful things he had experienced in his entire life: those two big,fawnish eyes staring at him, and the sound of her name; Rosa Epstein.§
<br />
<br /></i> <a href="email-post.g?blogID=30007195&amp;postID=115083951225233777"><img src="img/icon18_email.gif" /></a><a href="post-edit.g?blogID=30007195&amp;postID=115083951225233777"><img src="img/icon18_edit_allbkg.gif" /></a>
<br />  <a></a>
<br /><img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/8628754684261141103-7670802243153885502?l=amiaoulis.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2008/03/02/Re_Jurnalism</id>
		<author><name>Neptunus</name></author>
		<title>All in one: Re Jurnalism</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.lasithiblogs.gr/All_in_one/2008/03/02/Re_Jurnalism"/>		
		<updated>2008-03-02T15:27:00-05:00</updated>
		<published>2008-03-02T15:27:00-05:00</published>
		<content type="html"><![CDATA[	Δημοσιογράφος δεν είμαι, και από δημοσιογραφική δεοντολογία -φυσικό είναι- έχω μαύρα μεσάνυχτα. Ωστόσο, αυτό που παρακολούθησα πριν λίγο σε μια πρωινή -«ενημερωτική», τρομάρα της- εκπομπή του MEGA, λίγη σχέση θα πρέπει να έχει με την καλώς εννοούμενη δημοσιογραφία.<br />Σε μια τέτοια χρονική συγκυρία (στην τούρλα του Σαββάτου, που τρέχουμε ασθμαίνοντες να δούμε τι κάνουμε με τον κακό μπελά που ακούει στο όνομα FYROM), λίγο με ενδιαφέρει να ενημερωθώ για τις ευαισθησίες και τα προβλήματα των εθνικών μειονοτήτων που ζουν στη χώρα μας.<br />Ωστόσο, η κοινή λογική λέει πως, αφού καλείς κάποιον στην εκπομπή σου για να ακούσεις την άποψή του -άσχετα αν συμφωνείς ή διαφωνείς μαζί του-, του δίνεις το χρόνο και το δικαίωμα να την εκφράσει αυτή τη ριμάδα την άποψη.<br />Είχαν καλεσμένο κάποιον Παύλο Βοσκόπουλο, εκπρόσωπο του Ουράνιου Τόξου, εκπροσώπου μιας οργάνωσης της αυτοαποκαλούμενης μακεδονικής μειονότητας που ζει στη χώρα μας (με link από τη Φλώρινα, αν δεν απατώμαι).<br />Όταν, λοιπόν, ήρθε η στιγμή να μιλήσει ο Χριστιανός, τον έβαλαν στη μέση ο Χασαπόπουλος, ένας άλλος τύπος με γυαλιά με σκελετό από κέλυφος λευκής ταρταρούγας, κάποιος υπερ-πατριώτης του ΛΑΟΣ, και ο Γιακουμάτος της Ν.Δ., του επιτέθηκαν ομαδόν και δεν τον άφησαν να σταυρώσει κουβέντα, έτσι που στο τέλος τον κατέστησαν μέχρι και συμπαθή, αφού το μόνο που αναδείχτηκε από το όλο μπάχαλο ήταν η ανεπάρκεια των δυο δημοσιογράφων σε ότι αφορούσε το χειρισμό του όλου θέματος.<br />Αλλά φαίνεται το έχουν κάνει πια σύστημα εκεί στο MEGA να αντιμετωπίζουν τους καλεσμένους τους ως ιεροεξεταστές. Ποιον να πρωτο-μνημονεύσουμε; Την κυρία Τρέμη με το μόνιμα ανυψωμένο φρυδάκι; Τον γεννημένο οργίλο κύριο Καψή; Τον καθ’ έξιν είρωνα κύριο Πρετεντέρη;<br />Να πω εδώ μια καλή κουβέντα για τον Χατζηνικολάου: είναι ο ΜΟΝΟΣ που σέβεται τους καλεσμένους του και τους παρέχει -ως οφείλει άλλωστε- την προστασία του, ακόμη κι εκείνους που ευχαρίστως θα τους έτρωγε το μάτι.<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/8628754684261141103-428998262116385167?l=amiaoulis.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
</feed>
