Κάποτε ήταν ένα κορίτσι που είχε ένα σκυλάκι. Ήταν πολύ δεμένοι και πήγαιναν παντού μαζί. Το πρωί την συνόδευε στο σχολείο και το μεσημέρι γύριζαν από τον πιο μακρινό δρόμο για να πλατσουρίσουν στην όχθη του ποταμού ή να τρέξουν στα χωράφια. Μια μέρα καθώς επέστρεφαν σπίτι κάτι κρυμμένο σε ένα θάμνο κίνησε την περιέργεια στο σκυλάκι. Ήταν ένα κόκκινο μπαλάκι. Η κοπέλα ωστόσο δεν είχε αντιληφθεί πως το σκυλάκι της δεν την ακολουθούσε και συνέχισε περνώντας μια διασταύρωση. Το σκυλάκι με το μπαλάκι στο στόμα έτρεχε να την προλάβει για να παίξουν μαζί. Βιαστικό όπως ήταν δεν είδε ένα αυτοκίνητο που ερχόταν με μεγάλη ταχύτητα. Το τελευταίο πράγμα που άκουσε ήταν ο θόρυβος από τα φρένα του αυτοκίνητου.Όταν το σκυλάκι ξύπνησε ήταν ξαπλωμένο στον καναπέ του σπιτιού και από πάνω του ήταν ο κτηνίατρος της περιοχής. Στα δυο πισινά του πόδια είχαν βάλει νάρθηκες και γύψο και τα ένιωθε πολύ βαριά. Μάταια προσπαθούσε να σηκωθεί, να τρέξει να προϋπαντήσει – όπως έκανε πάντα - το κορίτσι, όταν το άκουσε να μπαίνει στο δωμάτιο. Αρκέστηκε σε ένα λυπητερό γρύλισμα για να φανερώσει τον πόνο του. Το κορίτσι έτρεξε κοντά του και όταν το αγκάλιασε, ο πόνος που αισθανόταν το σκυλάκι μειώθηκε αμέσως. Ο πατέρας συνόδεψε τον γιατρό έως στην εξώπορτα και κάτι είπαν ψιθυριστά. Αφού ο πατέρας γύρισε στο σαλόνι το κορίτσι τον ρώτησε γιατί ήταν τόσο σκεφτικός. Ο πατέρας κάθισε κοντά τους και εξήγησε στο κορίτσι ότι το κτύπημα ήταν πολύ δυνατό και πως το σκυλί δεν θα μπορούσε να περπατήσει ξανα.Η κοπέλα τρομοκρατήθηκε, κοίταξε το σκυλάκι και μετά έτρεξε στο δωμάτιο της. Την επόμενη το κορίτσι έφυγε για το σχολείο χωρίς να πάει να δει το σκυλάκι της. Όσο περνούσαν οι μέρες τόσο το κορίτσι απομακρυνόταν. Ο πατέρας που δεν μπορούσε να βλέπει το σκυλάκι καθηλωμένο στο καναπέ χωρίς την παλιά του ζωντάνια προσπάθησε να βρει ένα τρόπο και να φτιάξει την διάθεση του. Σκέφτηκε λοιπόν να κατασκευάσει έναν ελαφρύ άξονα με δυο ροδάκια για να διευκολύνει την μετακίνηση του. Τον προσάρμοσε περίτεχνα στα πισινά του πόδια και άρχισαν κρυφά από την άλλη οικογένεια την εκπαίδευση. Στην αρχή το σκυλάκι έπεφτε και γλιστρούσε αλλά λαχταρούσε τόσο πολύ να πάει να βρει το κορίτσι, που μετά από πολλές προσπάθειες τα κατάφερε. Έμαθε να κινείται με τα ροδάκια. Πήγε στο δωμάτιο του κοριτσιού όλο χαρά για να της δείξει πως τώρα πια μπορούσαν να παίξουν όπως παλιά, γύριζε γύρω γύρω από την καρέκλα της και την προκαλούσε να σηκωθεί, για να πάνε έξω να τρέξουν. Η κοπέλα όμως έβλεπε μόνο τα ροδάκια. Έβλεπε μόνο την αλλαγή, μόνο την διαφορετικότητα. Δεν αναγνώριζε το αγαπημένο σκυλάκι της. Τότε το σκυλάκι απογοητευμένο βγήκε από το δωμάτιο με το κεφάλι του σκυμμένο. Αργά τη νύχτα όταν όλοι κοιμήθηκαν το σκυλάκι έφυγε από το σπίτι. Περιπλανιόταν στους έρημους δρόμους της πόλης χωρίς προορισμό, το μόνο που σκεφτόταν – και μη σας περάσει απ’ το μυαλό πως τα ζώα και ιδιαίτερα τα σκυλιά δεν σκέφτονται -ήταν γιατί το κορίτσι δεν το αγαπούσε πια. Το μόνο που είχε αλλάξει ήταν πως μετακινιόταν με ένα διαφορετικό τρόπο, αλλά δεν είχε αλλάξει το ίδιο το σκυλάκι ούτε τα αισθήματα του. Όταν ξημέρωσε το σκυλάκι πήγε στο προαύλιο του σχολείου και κάθισε σε μια απόμερη μεριά. Στο διάλειμμα τα παιδιά το κοίταζαν περίεργα και γελούσαν με αυτό το αλλιώτικο σκυλί που είχε ροδάκια αντί για πόδια. Η κοπέλα άκουσε τα γέλια των υπόλοιπων παιδιών και πλησίασε να δει τι συμβαίνει. Τότε είδε το σκυλάκι της κουρελιασμένο να την κοιτά με παράπονο.Έτρεξε κοντά του πικραμένη και μετανοιωμένη από τον τρόπο που είχε φερθεί στο σκυλάκι όλες αυτές τις μέρες. Το πήρε στην αγκαλιά της και του ψιθύρισε πως δεν θα άφηνε κανένα να του κάνει κακό και πως το αγαπάει, ακόμα και με την διαφορετικότητα του η οποία το κάνει μοναδικό. Του ζήτησε να την περιμένει να σχολάσει όπως έκανε και παλιά για να γυρίσουν στο σπίτι τους από τις γνώριμες όμορφες διαδρομές τους. Έτσι κι έγινε…Το σκυλάκι δεν γιατρεύτηκε ποτέ σωματικά, πλην όμως, έζησε τη ζωή του παρέα με την αγαπημένη του, που επιτέλους ένοιωσε την αγάπη για ζωή. Τη ζωή μας.
Περισσότερα... »